Monthly Archives: Απρίλιος 2008

Μικρό κειμενάκι

Standard

Τα πλάγια είναι της Σώτης Τριανταφύλλου, Λος Άντζελες

Τα σίδερα των πολυκατοικιών είναι τα σίδερα τα δικά μου. Τα αυτοκίνητα με τα κλειστά τζάμια. Τα σκαμένα πεζοδρόμια. Όλα αυτά τα ωραία και τα λάθος που φτιάξαμε, που μου έδωσες μια νύχτα, δικά μου είναι. Η απολιθωμένη πόλη με ακολουθεί λες και της χρωστάω. Αλλά μ αρέσει. Έχω κάτι να με ακολουθεί και να με ζεσταίνει από εκεί που το ακολουθούσα εγώ. Κι από εκεί που δεν είχα τίποτα…. Μου λες να είμαι ήρεμη. Μπερδεύτηκες. Μου λες να είμαι ήμερη μα δεν μπορώ, δεν το βλέπεις? Γύρω μας η δίνη περιστρέφεται σε μια ξερή λίμνη όπου υπάρχουμε μόνοι όσο ποτέ. Δεν πειράζει, μιας κι είσαι στην απο κει μεριά, στην ξεχασμένη έκταση των ασημένιων ψαριών με τα θολά μάτια που κλαίνε. Εγώ πηγαίνω από τη μια μεριά στην άλλη, μου έγινε συνήθειο βλέπεις. Ωραία είναι. Βρες το ενυδρείο μου κι έλα να ζήσουμε μαζί κάτω από το πράσινο φως.

Πίσω μου οι άνθρωποι παραμένουν πολύχρωμοι και μερικές φορές κρύοι. Βλέπω τα γραμμένα μου θρανία, εκεί που έγραψες, Μαρία, σε μισώ, σκονάκι. Δε σε γουστάρω ρε. Δεν είμαστε μαζί. Ταυτίζομαι με τα γκράφιτι, με τους φθαρμένους δρόμους και τους φθαρτούς ανθρώπους και νιώθω ωραία. Δυσκολεύομαι λίγο στις σχέσεις γιατί πιστεύω λίγο σ αυτές. Έχω έναν κόμπο στην καρδιά και ένα πόνο στο λαιμό. Μια μέρα θα με δεις να πετάω, έτσι σου χαρίζω λίγο χαρτόνι για τα δικά σου φτερά. Θέλω να διαλέξεις εσύ το χρώμα.

Περιφέρεσαι μόνος σαν ένα σύννεφο: στις μικροαστικές γειτονιές ανθίζουν γεράνια, ο κάθε άνθρωπος δικαιούται ένα σπίτι. Ένα σπίτι αγορασμένο με δόσεις.

Με ρωτάς αν θα θελα να αλλάξω κάτι. Τώρα η γνώμη μου μετράει, οπότε ναι, μου φταίει η αλήθεια σου. Και η σπουδή μου. Σε όλους μας φταίει. Σήμερα το συζητούσα με ένα που την έκανε παλιά κι αυτός στεναχωριόταν πιο πολύ από εμένα. Εγώ ψιλοχέστηκα να σου πω. Έχω αρχίσει να παίρνω τον ομφάλιο λώρο προς τα πίσω και μ αρέσει. Μου λένε να είμαι ήρεμη, να μην τα πιέζω πολύ, να μην τα σκέφτομαι πολύ αλλά δεν ήρθες πότε μαζί μου για μια νύχτα εκεί που εγώ περπατώ.

Βλέπω τα δέντρα που πεθαίνουν στην πόλη του θανάτου, τα αυτοκίνητα να τρέχουν σε μια λιωμένη άσφαλτο, βλέπω τα κακοποιημένα παιδιά, βλέπω τους μεγάλους κρυμένους στο νεκροταφείο της ζωής, βλέπω μάτια να γυαλίζουν κάτω από τον ήλιο που σιγοέρχεται από το πουθενά. Τίποτα δε φωτίζεται ώρες, ώρες, οι δάσκαλοι κρέμονται από ψεύτικα σκοινιά που έχουν για χέρια και οι σωτήρες του κόσμου βυθίστηκαν. Τριγυρνώ λοιπόν. Θα γίνω περιπλανώμενη γιατί είμαι καλή σ αυτό.

Λίγες μέρες αργότερα -λίγες ώρες αργότερα- ανεβαίνω προς τους λόφους, προς το Lauren Canyon, η κατευθύνομαι, γλιστρώντας προς την ακτή, εκεί όπου η ζωή φαίνεται ευκολότερη, εκεί όπου μπορώ να ανοίξω τα χέρια μου να ουρλιάξω στον ωκεανό.

Οι Νέοι παίρνουν ναρκωτικά, οι άλλοι τα πουλάνε. Οι Νέοι μπλέκονται και ξεμπλέκονται, οι άλλοι τους κοιτάνε. Οι Νέοι τα σπάνε, οι άλλοι βάζουν γυάλινες κάμερες. Μέσα στον νεκρό αέρα κάτω από το κλειστό μάτι του ουρανού κάποιοι κάνουν επανάσταση. Ο πόλεμος είναι χωρίς εχθρό και αυτό πονάει. Με ποιον να παλέψεις σ αυτή την ετοιμόρροπη αλήθεια απ’ όπου κρεμαστήκαμε με χρυσές αλυσίδες? Η ζωή έγινε μια μπλε οθόνη τηλεόρασης και ένα γυαλιστερό χαρτί περιοδικού που κολλάει στα δάχτυλα σου. Ότι σου φταίει θα το βρεις εκεί. Και ότι σου λείπει θα βρίσκεται στο φέρετρο των σουπερμάρκετ. Αν πας μέχρι εκεί θα το δεις. Οι Νέοι αναζητούν το έρωτα, συναντούν το σεξ. Οι άλλοι μιλάνε για παρτούζες, σεξ, κλασσική ερώτηση, μήπως είσαι ομοφυλόφιλος, έχεις σχέση, είσαι ερωτευμένος? Που θες να ξέρω ρε? Εδώ δεν αναρωτιέμαι εγώ και αναρωτιέσαι εσύ? Δεν ξέρω και μ αρέσει. Παράτα μας. Ο φόβος σε παραμονεύει, εκείνοι λένε πως θα σε σώσουν μα να έχεις το νου σου μικρό πουλί, μη χάσεις την κόκκινη γραμμή των οριζόντων. Είναι εκεί η αγάπη σου, στο φως των φαναριών που δε θα σβήσουν ποτέ.

Κοιτούσα, μήπως βρω έναν ακόμα μονόκερω, έναν ακόμα που να έχει γίνει εχθρός του κόσμου εξαιτίας της μεγάλης του μύτης: ξαφνικά, όλα γίνονται ασήμαντα, όλα σκορπίζονταν σαν ρινίσματα σιδήρου σε μιαν έρημο μεταλλοποιημένη. ‘Ο,τι έμενε πάντα ήταν η θανατηφόρα επιστροφή σ’αυτές τις ανελέητες γειτονιές, όπου αδέσποτα σκυλιά γλείφουν πεταμένα κόκαλα κι όπου αρπακτικά πουλιά κάνουν κύκλους πάνω απ’ τους σκουπιδότοπους. Σαν τους φυγάδες του πολιτισμού, ακροβατούμε πάνω στη λεπτή, γαλάζια γραμμή.

Έξω από το σχολείο ο δρόμος έχει σκαφτεί από τα βαριά βήματα προς την ανύπαρκτη όμορφη ελευθερία. Χαρτάκια από τυρόπιτες και αυτοκόλλητα που κανείς δε θέλει να ανταλλάξει. Η ζωή των μικρών γίνεται κάπως υποφερτή με μανό για κορίτσια και κινούμενες μπουλντόζες για μικρούς κυρίους και η ζωή κυλάει σαν ποτάμι για μια ψεύτικη ανεξαρτησία που στέκει σαν καρότο μπροστά στο μικρό γαιδουράκι. Σχεδόν κάθε 60 ώρες θα δω ένα παιδί να κλαίει και θα είναι ένα παιδί που δε θα μένει στο σπίτι μου. Ξέρεις, δε θέλω να είμαι ήρεμη. Όταν είμαι ήρεμη δεν υπάρχω. Και δε θα πάψω να υπάρχω δίπλα σου, να σου κάνω τη ζωή δύσκολη, γιατί κατά κάποιον απροσδιόριστο τρόπο είμαι καλή σε αυτό.

Όχι δεν πρόκειται ποτέ να σε συγχωρήσω αδέξιε μεγάλε: ταξιδεύω στον ενδιάμεσο χρόνο, ταξιδέυω μ’ ένα σεληνόπλοιο, γλιστράω αργά εκεί που εσύ χαρακώνεις μια καθημερινότητα ελαττωματική και κίτρινη.

Έχω μπει σε μια γραμμή κώδικα που ενώνει το γραφείο μου με μια εταιρεία για εφαρμογές υπολογιστών. Με έχεις πείσει λοιπόν ότι έχει πλάκα, ότι κάπως έτσι θα αγοράζω ότι μου χρειάζεται, συρταρωτή βιβλιοθήκη για το καινούργιο μου διαμέρισμα, ηλεκτρικό στεγνωτήρι μαλλιών που μου λείπει, ενθουσιάστηκα γρήγορα, όπως γράφτηκαν τα κομμάτια του αμερικανικού πανκ . Φτάνει να μου πεις γιατί το κάνουμε. Αλλά σαν γλιστρώ μέσα στα χάρτινα βιβλία, σαν χάνομαι μέσα στην ηλεκτρική μου γνώση κάθε μέρα πλησιάζω στη βεβαιότητα πως κανείς δεν ξέρει. Δεν πειράζει που έρχομαι κάθε πρωί να σε ακούσω να μιλάς και τα λόγια βγαίνουν από χαλασμένο κασετόφωνο αφημένο για χρόνια στον ήλιο. Δεν πειράζει που στη γραμμή της ζωής μου σε επέλεξα. Αν θες να ξέρεις, εν τέλει, χέστηκα και για σένα προφεσορ. Να με συγχωρείς. Μια μέρα θα μιλήσω για σένα. Αυτό δε θες έτσι κι αλλιώς? Να σε θυμούνται για το πόσο σκληρό καρύδι ήσουν. Εγώ θα σε θυμάμαι.

Επειδή με ρωτάτε συμπαθητικά πλάσματα, γιατί δεν συμαζέυομαι και που βρισκόμουν πριν με συναντήσετε κι επειδή η γνώμη σας είναι σημαντική για μένα όταν μου λείπετε, θα σας πω:

Ήμουν ένα αποδημητικό πουλί, ένα πουλί: τα σχέδια μου δεν ξεπερνούσαν την επόμενη μέρα. Μαζί με τα χρόνια συσσωρεύτηκαν οι φυγές κι οι επιστροφές, οι επιστροφές στις παλιές αυταπάτες. Οι δρόμοι δεν τελείωναν πουθενά, μονάχα διακόπτονταν. Δε με οδηγούσε κανένα φως, με οδηγούσε το εγχειρίδιο των τροχαίων σημάτων, ο άτλαντας του κόσμου. Υπήρχα μέσα στο χώρο, έξω από το χρόνο: γλιστρούσα στον ανάγλυφο χάρτη, παραμόνευα σαν τα θηρία της ξηράς, σαν τα θαύματα. Δεν είχα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δεν ήμουν περιηγήτρια, δεν είχα καμιά ιδιότητα. Περιφρονούσα τους φυσιολατρικούς ομίλους, τους τουρίστες και τους περιπατητές, τα μουσεία και τα μνημεία. Αγαπούσα το μπετόν, όπως ο Οράτιος Γκρήνοου, να τι αγαπούσα: μίκραινα μέσα στις γεωμετρικές προοπτικές, διαλυόμουν στην τροχιά των πόλεων, δεν νοσταλγούσα τα δέντρα, ούτε τα νερά κια τα ξέφωτα – τα τοπία ήταν χέρσα και άγονα, τα καρότα ψυχεδελικά, αιχμηρά, φτιαγμένα από ενδιάμεση ύλη. Έτσι έφτασα έκει όπου έκανε όση ζέστη χρειαζόμουν, έφτασα εκεί όπου, ακόμα κι αν με φώναζες, δε θα μπορούσα να σ’ακούσω.

Μετά βαρέθηκα λίγο, πήγα λίγο παραπέρα, βαρέθηκα ακόμα πιο πολύ, συνέχισα λίγο, βρήκα μια τρύπα προς τα μένα και μπήκα μέσα.

Περπατούσα ανάμεσα σε γιγάντια δέντρα, προλάβαινα τα γεγονότα, εμπόδιζα τα φυσικά πράγματα της ζωής. Όλοι περίμεναν πλοκή, δράση. Εγώ περίμενα την αλλαγή των εικόνων στις ψηφιακές διαφημίσεις. Τα χρόνια της ζωής, που περίμενα να έρθει, διαμέλιζα τις μέρες και καλωσόριζα τους αδελφούς στην άβυσσο. Welcome to the abyss: το μοναδικό μέρος όπου η αναμονή έχει κάποιο νόημα. Δεν περίμενα στο σπίτι, δεν περίμενα ν’ ακουστεί ένα κλειδί στην πόρτα, να μου φέρει σοκολάτα. Η θαλπωρή με έκαιγε. Περίμενα στο δρόμο: το τηλέφωνό μου ήταν ο τηλεφωνικός θάλαμος, όταν χτυπούσε ήξερα πως ήταν για μένα. Ήμουν μεγάλη λοιπόν -κάντε λίγη υπομονή, έλεγα, θα πεθάνω, θα πεθάνω μετά από αιώνες παιδικής ηλικίας.

Αλλά δεν πέθανα. Πάλι καλά. Έμεινα όρθια, σε ευθεία γραμμή και απέναντι μου ήταν το χώρισμα των πολυκατοικιών που άφηνε ένα άνοιγμα στον ήλιο. Γιατί όχι? Πήγα προς τα κει…

Κι έτσι αναρωτιόμουν -αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχαμε παντρευτεί εκείνον που μας άρεσε στο λύκειο, αν είχαμε ζήσει με τη χάρη του 19ου αιώνα, αν είχαμε δεχτεί τον κόσμο. Πώς θα ήταν χωρίς ταξίδια ασθμαίνοντα, χωρίς αστέρια φρίζοντα -πώς θα ήταν αν ζούσαμε με τους κανόνες των άλλων, αν τις νύχτες κοιμόμασταν μέσα σε υδάτινα τοπία και νούφαρα. Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν χωρίς αυτά τα αρχαικά ζώα, τα δηλητηριώδη φυτά, χωρίς αυτά τα παράκαιρα όντα, τα εκπέσοντα. Κάθε βράδυ, όταν συναντιόμασταν στους μεγάλους λιμενοβραχίονες, μέσα στις αμφίβολες συγχρωμίες, θυμόμουν εσένα, εσένα και τη φωτιά που σε χαράζει -κι αναρωτιόμουν πώς θα ήταν.

Θα ήταν αλλιώς, κανείς δε θα είχε κάτι να τον περιμένει, δε θα υπήρχα ενάντια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οδηγώντας στην υγρή λεωφόρο του εμένα. Έτσι δε θα υπήρχα καθόλου νομίζω, θα είχα χαθεί σαν σκόνη, ποτέ δε θα είχα νιώσει το σκληρό αέρα που μας άγγιζε καθώς ταξιδεύαμε αντίθετα στον κόσμο προς τα εκεί που μας φώναζε το γαλάζιο πουλί της ευτυχίας μας. Θα είχα σκορπιστεί στο μπαλκόνι των προσδοκιών τους μα γλίτωσα ήρεμη κι ευτυχισμένη.

Στην Κωνσταντίνα Βούλγαρη

Το ρολόι που σταμάτησε στις εφτά

Standard

Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δε δουλεύει πια. Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.

Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της μέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλίο ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν το φοίνικα.

Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημάνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαρας μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.

Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια… Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν το μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηαμτισμό του και παραμένει πιστό σ’εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.

Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.

Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’έναν άδειο τοίχο.

Όμως επίσης απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.

Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.

Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στο φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφέυγει ο χρόνος των άλλων.

… Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιέρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω να αποκαλώ ζωή.

Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.

Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συνοτνισμό μας με το σύμπαν.

Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει -ο δυστυχής- ότι ζει.

Υπάρχουν μόνο στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.

Γι’αυτό σ’ αγαπώ, παλίό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.

Αυτή είναι η απόδοση ενός υπέροχου διγήματος του Παπίνι από το Χόρχε Μπουκάι. Kαι είναι για σένα καλέ και πολύ αγαπημένε μου φίλε που σήμερα είδα τόση αδικία και εκδίκηση στα μάτια σου (μπορεί και να μην ειναι έτσι). Να ξέρεις ότι αγαπώ βαθιά το παλιό μου ρολόι και δε θα ζήλευα ποτέ, όχι μόνο ένα τέλεια κουρδισμένο ρολόι, μα ακόμη και ένα ρολόι σταματημένο στις έξι. Γιατί εγώ ζωντανεύω στις εφτά. Και αυτό με κάνει ευτυχισμένη.

Δε θέλω ήλιο…

Standard

Θέλω σκοτάδι και….. σκασμό! :P

Λοιπόν, χθες γύρισα σπίτι κατά τις 5 και αισθανόμουν ένα γνωστό συναίσθημα, αυτό του πτώματος… :)

Έπεσα αμέσως στο κρεβάτι. Έβαλα το ξυπνητήρι στις 8. Θα κοιμόμουν 3 ώρες, θα ξυπνούσα, θα έκανα μια εργασία για τη σχολή και θα πήγαινα βόλτα σε μια συναυλία. Στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα! Τι ωραία!!!!!!!

Ξύπνησα. Δεν είχα ακούσει το ξυπνητήρι και παρακάλεσα να ήταν 7 και κάτι και αν μην είχε παέι 9 ή 10 και έχανα τη συναυλία. Κάποιος με ρώτησε αν θα έτρωγα…. Φαντάστηκα ότι θα παραγγέλναμε σουβλάκια για το βράδυ και χάρηκα. «Έχει ψαρόσουπα», είπε κάποιος, «θα φας?»

Ψαρόσουπα? Σηκώθηκα λίγο. Με τύφλωσε ένα φως… που έμπαινε από το παράθυρο. Κοίταξα το ρολόι. 12.

Αντί για 3 ώρες κοιμήθηκα 18.

Το προήγουμενο ρεκόρ μου ήταν 16. Καλά τα παώ :D

Καλά αυτό το ποστ δεν αφορά και πολλούς ανθρώπους παρά δυο τρεις που θα με κοροιδεύουν για καιρό και εμπρός λοιπόν! Σας περιμένω…. αλλά μέχρι τότε…..μμμμ……