Μικρό κειμενάκι

Standard

Τα πλάγια είναι της Σώτης Τριανταφύλλου, Λος Άντζελες

Τα σίδερα των πολυκατοικιών είναι τα σίδερα τα δικά μου. Τα αυτοκίνητα με τα κλειστά τζάμια. Τα σκαμένα πεζοδρόμια. Όλα αυτά τα ωραία και τα λάθος που φτιάξαμε, που μου έδωσες μια νύχτα, δικά μου είναι. Η απολιθωμένη πόλη με ακολουθεί λες και της χρωστάω. Αλλά μ αρέσει. Έχω κάτι να με ακολουθεί και να με ζεσταίνει από εκεί που το ακολουθούσα εγώ. Κι από εκεί που δεν είχα τίποτα…. Μου λες να είμαι ήρεμη. Μπερδεύτηκες. Μου λες να είμαι ήμερη μα δεν μπορώ, δεν το βλέπεις? Γύρω μας η δίνη περιστρέφεται σε μια ξερή λίμνη όπου υπάρχουμε μόνοι όσο ποτέ. Δεν πειράζει, μιας κι είσαι στην απο κει μεριά, στην ξεχασμένη έκταση των ασημένιων ψαριών με τα θολά μάτια που κλαίνε. Εγώ πηγαίνω από τη μια μεριά στην άλλη, μου έγινε συνήθειο βλέπεις. Ωραία είναι. Βρες το ενυδρείο μου κι έλα να ζήσουμε μαζί κάτω από το πράσινο φως.

Πίσω μου οι άνθρωποι παραμένουν πολύχρωμοι και μερικές φορές κρύοι. Βλέπω τα γραμμένα μου θρανία, εκεί που έγραψες, Μαρία, σε μισώ, σκονάκι. Δε σε γουστάρω ρε. Δεν είμαστε μαζί. Ταυτίζομαι με τα γκράφιτι, με τους φθαρμένους δρόμους και τους φθαρτούς ανθρώπους και νιώθω ωραία. Δυσκολεύομαι λίγο στις σχέσεις γιατί πιστεύω λίγο σ αυτές. Έχω έναν κόμπο στην καρδιά και ένα πόνο στο λαιμό. Μια μέρα θα με δεις να πετάω, έτσι σου χαρίζω λίγο χαρτόνι για τα δικά σου φτερά. Θέλω να διαλέξεις εσύ το χρώμα.

Περιφέρεσαι μόνος σαν ένα σύννεφο: στις μικροαστικές γειτονιές ανθίζουν γεράνια, ο κάθε άνθρωπος δικαιούται ένα σπίτι. Ένα σπίτι αγορασμένο με δόσεις.

Με ρωτάς αν θα θελα να αλλάξω κάτι. Τώρα η γνώμη μου μετράει, οπότε ναι, μου φταίει η αλήθεια σου. Και η σπουδή μου. Σε όλους μας φταίει. Σήμερα το συζητούσα με ένα που την έκανε παλιά κι αυτός στεναχωριόταν πιο πολύ από εμένα. Εγώ ψιλοχέστηκα να σου πω. Έχω αρχίσει να παίρνω τον ομφάλιο λώρο προς τα πίσω και μ αρέσει. Μου λένε να είμαι ήρεμη, να μην τα πιέζω πολύ, να μην τα σκέφτομαι πολύ αλλά δεν ήρθες πότε μαζί μου για μια νύχτα εκεί που εγώ περπατώ.

Βλέπω τα δέντρα που πεθαίνουν στην πόλη του θανάτου, τα αυτοκίνητα να τρέχουν σε μια λιωμένη άσφαλτο, βλέπω τα κακοποιημένα παιδιά, βλέπω τους μεγάλους κρυμένους στο νεκροταφείο της ζωής, βλέπω μάτια να γυαλίζουν κάτω από τον ήλιο που σιγοέρχεται από το πουθενά. Τίποτα δε φωτίζεται ώρες, ώρες, οι δάσκαλοι κρέμονται από ψεύτικα σκοινιά που έχουν για χέρια και οι σωτήρες του κόσμου βυθίστηκαν. Τριγυρνώ λοιπόν. Θα γίνω περιπλανώμενη γιατί είμαι καλή σ αυτό.

Λίγες μέρες αργότερα -λίγες ώρες αργότερα- ανεβαίνω προς τους λόφους, προς το Lauren Canyon, η κατευθύνομαι, γλιστρώντας προς την ακτή, εκεί όπου η ζωή φαίνεται ευκολότερη, εκεί όπου μπορώ να ανοίξω τα χέρια μου να ουρλιάξω στον ωκεανό.

Οι Νέοι παίρνουν ναρκωτικά, οι άλλοι τα πουλάνε. Οι Νέοι μπλέκονται και ξεμπλέκονται, οι άλλοι τους κοιτάνε. Οι Νέοι τα σπάνε, οι άλλοι βάζουν γυάλινες κάμερες. Μέσα στον νεκρό αέρα κάτω από το κλειστό μάτι του ουρανού κάποιοι κάνουν επανάσταση. Ο πόλεμος είναι χωρίς εχθρό και αυτό πονάει. Με ποιον να παλέψεις σ αυτή την ετοιμόρροπη αλήθεια απ’ όπου κρεμαστήκαμε με χρυσές αλυσίδες? Η ζωή έγινε μια μπλε οθόνη τηλεόρασης και ένα γυαλιστερό χαρτί περιοδικού που κολλάει στα δάχτυλα σου. Ότι σου φταίει θα το βρεις εκεί. Και ότι σου λείπει θα βρίσκεται στο φέρετρο των σουπερμάρκετ. Αν πας μέχρι εκεί θα το δεις. Οι Νέοι αναζητούν το έρωτα, συναντούν το σεξ. Οι άλλοι μιλάνε για παρτούζες, σεξ, κλασσική ερώτηση, μήπως είσαι ομοφυλόφιλος, έχεις σχέση, είσαι ερωτευμένος? Που θες να ξέρω ρε? Εδώ δεν αναρωτιέμαι εγώ και αναρωτιέσαι εσύ? Δεν ξέρω και μ αρέσει. Παράτα μας. Ο φόβος σε παραμονεύει, εκείνοι λένε πως θα σε σώσουν μα να έχεις το νου σου μικρό πουλί, μη χάσεις την κόκκινη γραμμή των οριζόντων. Είναι εκεί η αγάπη σου, στο φως των φαναριών που δε θα σβήσουν ποτέ.

Κοιτούσα, μήπως βρω έναν ακόμα μονόκερω, έναν ακόμα που να έχει γίνει εχθρός του κόσμου εξαιτίας της μεγάλης του μύτης: ξαφνικά, όλα γίνονται ασήμαντα, όλα σκορπίζονταν σαν ρινίσματα σιδήρου σε μιαν έρημο μεταλλοποιημένη. ‘Ο,τι έμενε πάντα ήταν η θανατηφόρα επιστροφή σ’αυτές τις ανελέητες γειτονιές, όπου αδέσποτα σκυλιά γλείφουν πεταμένα κόκαλα κι όπου αρπακτικά πουλιά κάνουν κύκλους πάνω απ’ τους σκουπιδότοπους. Σαν τους φυγάδες του πολιτισμού, ακροβατούμε πάνω στη λεπτή, γαλάζια γραμμή.

Έξω από το σχολείο ο δρόμος έχει σκαφτεί από τα βαριά βήματα προς την ανύπαρκτη όμορφη ελευθερία. Χαρτάκια από τυρόπιτες και αυτοκόλλητα που κανείς δε θέλει να ανταλλάξει. Η ζωή των μικρών γίνεται κάπως υποφερτή με μανό για κορίτσια και κινούμενες μπουλντόζες για μικρούς κυρίους και η ζωή κυλάει σαν ποτάμι για μια ψεύτικη ανεξαρτησία που στέκει σαν καρότο μπροστά στο μικρό γαιδουράκι. Σχεδόν κάθε 60 ώρες θα δω ένα παιδί να κλαίει και θα είναι ένα παιδί που δε θα μένει στο σπίτι μου. Ξέρεις, δε θέλω να είμαι ήρεμη. Όταν είμαι ήρεμη δεν υπάρχω. Και δε θα πάψω να υπάρχω δίπλα σου, να σου κάνω τη ζωή δύσκολη, γιατί κατά κάποιον απροσδιόριστο τρόπο είμαι καλή σε αυτό.

Όχι δεν πρόκειται ποτέ να σε συγχωρήσω αδέξιε μεγάλε: ταξιδεύω στον ενδιάμεσο χρόνο, ταξιδέυω μ’ ένα σεληνόπλοιο, γλιστράω αργά εκεί που εσύ χαρακώνεις μια καθημερινότητα ελαττωματική και κίτρινη.

Έχω μπει σε μια γραμμή κώδικα που ενώνει το γραφείο μου με μια εταιρεία για εφαρμογές υπολογιστών. Με έχεις πείσει λοιπόν ότι έχει πλάκα, ότι κάπως έτσι θα αγοράζω ότι μου χρειάζεται, συρταρωτή βιβλιοθήκη για το καινούργιο μου διαμέρισμα, ηλεκτρικό στεγνωτήρι μαλλιών που μου λείπει, ενθουσιάστηκα γρήγορα, όπως γράφτηκαν τα κομμάτια του αμερικανικού πανκ . Φτάνει να μου πεις γιατί το κάνουμε. Αλλά σαν γλιστρώ μέσα στα χάρτινα βιβλία, σαν χάνομαι μέσα στην ηλεκτρική μου γνώση κάθε μέρα πλησιάζω στη βεβαιότητα πως κανείς δεν ξέρει. Δεν πειράζει που έρχομαι κάθε πρωί να σε ακούσω να μιλάς και τα λόγια βγαίνουν από χαλασμένο κασετόφωνο αφημένο για χρόνια στον ήλιο. Δεν πειράζει που στη γραμμή της ζωής μου σε επέλεξα. Αν θες να ξέρεις, εν τέλει, χέστηκα και για σένα προφεσορ. Να με συγχωρείς. Μια μέρα θα μιλήσω για σένα. Αυτό δε θες έτσι κι αλλιώς? Να σε θυμούνται για το πόσο σκληρό καρύδι ήσουν. Εγώ θα σε θυμάμαι.

Επειδή με ρωτάτε συμπαθητικά πλάσματα, γιατί δεν συμαζέυομαι και που βρισκόμουν πριν με συναντήσετε κι επειδή η γνώμη σας είναι σημαντική για μένα όταν μου λείπετε, θα σας πω:

Ήμουν ένα αποδημητικό πουλί, ένα πουλί: τα σχέδια μου δεν ξεπερνούσαν την επόμενη μέρα. Μαζί με τα χρόνια συσσωρεύτηκαν οι φυγές κι οι επιστροφές, οι επιστροφές στις παλιές αυταπάτες. Οι δρόμοι δεν τελείωναν πουθενά, μονάχα διακόπτονταν. Δε με οδηγούσε κανένα φως, με οδηγούσε το εγχειρίδιο των τροχαίων σημάτων, ο άτλαντας του κόσμου. Υπήρχα μέσα στο χώρο, έξω από το χρόνο: γλιστρούσα στον ανάγλυφο χάρτη, παραμόνευα σαν τα θηρία της ξηράς, σαν τα θαύματα. Δεν είχα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δεν ήμουν περιηγήτρια, δεν είχα καμιά ιδιότητα. Περιφρονούσα τους φυσιολατρικούς ομίλους, τους τουρίστες και τους περιπατητές, τα μουσεία και τα μνημεία. Αγαπούσα το μπετόν, όπως ο Οράτιος Γκρήνοου, να τι αγαπούσα: μίκραινα μέσα στις γεωμετρικές προοπτικές, διαλυόμουν στην τροχιά των πόλεων, δεν νοσταλγούσα τα δέντρα, ούτε τα νερά κια τα ξέφωτα – τα τοπία ήταν χέρσα και άγονα, τα καρότα ψυχεδελικά, αιχμηρά, φτιαγμένα από ενδιάμεση ύλη. Έτσι έφτασα έκει όπου έκανε όση ζέστη χρειαζόμουν, έφτασα εκεί όπου, ακόμα κι αν με φώναζες, δε θα μπορούσα να σ’ακούσω.

Μετά βαρέθηκα λίγο, πήγα λίγο παραπέρα, βαρέθηκα ακόμα πιο πολύ, συνέχισα λίγο, βρήκα μια τρύπα προς τα μένα και μπήκα μέσα.

Περπατούσα ανάμεσα σε γιγάντια δέντρα, προλάβαινα τα γεγονότα, εμπόδιζα τα φυσικά πράγματα της ζωής. Όλοι περίμεναν πλοκή, δράση. Εγώ περίμενα την αλλαγή των εικόνων στις ψηφιακές διαφημίσεις. Τα χρόνια της ζωής, που περίμενα να έρθει, διαμέλιζα τις μέρες και καλωσόριζα τους αδελφούς στην άβυσσο. Welcome to the abyss: το μοναδικό μέρος όπου η αναμονή έχει κάποιο νόημα. Δεν περίμενα στο σπίτι, δεν περίμενα ν’ ακουστεί ένα κλειδί στην πόρτα, να μου φέρει σοκολάτα. Η θαλπωρή με έκαιγε. Περίμενα στο δρόμο: το τηλέφωνό μου ήταν ο τηλεφωνικός θάλαμος, όταν χτυπούσε ήξερα πως ήταν για μένα. Ήμουν μεγάλη λοιπόν -κάντε λίγη υπομονή, έλεγα, θα πεθάνω, θα πεθάνω μετά από αιώνες παιδικής ηλικίας.

Αλλά δεν πέθανα. Πάλι καλά. Έμεινα όρθια, σε ευθεία γραμμή και απέναντι μου ήταν το χώρισμα των πολυκατοικιών που άφηνε ένα άνοιγμα στον ήλιο. Γιατί όχι? Πήγα προς τα κει…

Κι έτσι αναρωτιόμουν -αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχαμε παντρευτεί εκείνον που μας άρεσε στο λύκειο, αν είχαμε ζήσει με τη χάρη του 19ου αιώνα, αν είχαμε δεχτεί τον κόσμο. Πώς θα ήταν χωρίς ταξίδια ασθμαίνοντα, χωρίς αστέρια φρίζοντα -πώς θα ήταν αν ζούσαμε με τους κανόνες των άλλων, αν τις νύχτες κοιμόμασταν μέσα σε υδάτινα τοπία και νούφαρα. Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν χωρίς αυτά τα αρχαικά ζώα, τα δηλητηριώδη φυτά, χωρίς αυτά τα παράκαιρα όντα, τα εκπέσοντα. Κάθε βράδυ, όταν συναντιόμασταν στους μεγάλους λιμενοβραχίονες, μέσα στις αμφίβολες συγχρωμίες, θυμόμουν εσένα, εσένα και τη φωτιά που σε χαράζει -κι αναρωτιόμουν πώς θα ήταν.

Θα ήταν αλλιώς, κανείς δε θα είχε κάτι να τον περιμένει, δε θα υπήρχα ενάντια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οδηγώντας στην υγρή λεωφόρο του εμένα. Έτσι δε θα υπήρχα καθόλου νομίζω, θα είχα χαθεί σαν σκόνη, ποτέ δε θα είχα νιώσει το σκληρό αέρα που μας άγγιζε καθώς ταξιδεύαμε αντίθετα στον κόσμο προς τα εκεί που μας φώναζε το γαλάζιο πουλί της ευτυχίας μας. Θα είχα σκορπιστεί στο μπαλκόνι των προσδοκιών τους μα γλίτωσα ήρεμη κι ευτυχισμένη.

Στην Κωνσταντίνα Βούλγαρη

Advertisements

6 responses »

  1. πηγαίντε στο τηλέφωνο σε ένα δευτερόλεπτο. υπάρχει διαφορά μεταξύ blog και chat. θα στην πω σε ένα δευτερόλεπτο. xDDDDD f

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s