Monthly Archives: Δεκέμβριος 2008

Μέσα σε έναν άνθρωπο

Standard
Η γυναίκα, εγώ, και ο άνδρας καθίσαμε στις ψάθινες καρέκλες μιας καφετέριας.

-Λοιπόν, θα μας πεις την ιστορία? με ρώτησαν.

-Θα σας πω.

 

Μια μέρα, περπατώντας, συνάντησα έναν άνθρωπο. Ήταν άνθρωπος, όμορφος, μα ήταν και  φύση παράξενη μαζί. Ήταν μισός τέρας μισός παιδί. Το σώμα του έκρυβε μέσα του έναν μικρό άνθρωπο, άθικτο και καθαρό, ένα λαμπρό κομμάτι ψυχής. Γύρω από αυτό, και μέχρι έξω, ως τα μαλλιά του και τις άκρες των ποδιών του, κατοικούσε το τέρας. Ήταν ένα τέρας χωρίς μορφή και χρώμα, έμοιαζε μάλλον με ύλη που απλωνόταν και μάζευε, δίχως να μπορείς να ξέρεις ούτε το πότε ούτε το γιατί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως το τέρας δε με συμπάθησε. Μάλλον με μίσησε και το ίδιο μπορώ να πω πως ένιωσα κι εγώ για κείνο.

-Τι λες, πάμε μια βόλτα? ρώτησα τον άνθρωπο για πρώτη φορά.

-Πάμε, είπε εκείνος.

          Καθώς ο καιρός περνούσε, ο άνθρωπος κι εγώ ερχόμασταν όλο και πιο κοντά και, σαν να ήμασταν ένα, σκεφτόμασταν και πράτταμε όλο και πιο πολύ τους ίδιους συλλογισμούς, όλο και πιο πολύ τα ίδια πράγματα. Καθώς έμπαινα μέσα του, κι αυτός σε μένα, πάσχιζα ολοένα και περισσότερο να φτάσω και ν’ αγγίξω εκείνο το μικρό κομμάτι όμορφης ύπαρξης. Ήξερα πως από εκείνο ερχόταν όλη η αγάπη και η στοργή και ότι πιο ωραίο είχα από τον άνθρωπο, σ’ εκείνο το χρωστούσα. Άλλοτε γέλια και αγάπες κι άλλοτε συγκίνηση, είχα πειστεί πως είχαμε γίνει φίλοι με τον μικρό άνθρωπο. Κι ας μην είχαμε βρεθεί ποτέ οι δυο μας.

          Αντιθέτως, αν και εγώ και το τέρας δεν είχαμε καθόλου καλή σχέση, παίζαμε συνέχεια διάφορα παιχνίδια, καθώς ήμασταν σχεδόν πάντα μαζί. Ό,τι ήθελα να πω κι ό,τι ήθελα να κάνω έπρεπε πρώτα μα περάσει από το δικό του πυκνό φίλτρο κι έτσι ποτέ δεν κατάφερνα να μιλήσω στον μικρό μου άνθρωπο. Θέλω εδώ να πω πως, είχα καταλάβει πια καθαρά ότι το τέρας με φοβόταν πολύ. Αντίθετα, εγώ δε το φοβόμουν καθόλου. Παρά το μίσος όμως και την έντονη δυσαρέσκεια και οι δύο μας σεβόμασταν πολύ ο ένας τον άλλον. Ο καθένας μας ήταν για τον άλλον ένας πανίσχυρος εχθρός και σαν τέτοιο τον βλέπαμε.

          Αφού πέρασε καιρός, το τέρας, με το ανίκητο πικρό χιούμορ του, την κακία και τα έξυπνα παιχνίδια του κατάφερε να με αποκόψει από κάθε μονοπάτι προς το κέντρο του ανθρώπου. Μου πρότεινε μάλιστα να βλάψουμε μαζί τον μικρό άνθρωπο που τόσο μας απασχολούσε. Πιστεύω ότι είχε αρχίσει κιόλας να με συμπαθεί! Μα, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Έτσι λοιπόν μια μέρα, και ενώ είχα σχεδόν νικηθεί και αποσυρθεί στο καβούκι μου, αποφάσισα να χτυπήσω το τέρας για τελευταία φορά. Αλλά ετούτη τη φορά όπως θα άξιζε σ’ ένα τέρας σαν κι αυτό!

          Όταν εγώ και ο άνθρωπος καθίσαμε ο ένας απέναντι από τον άλλο, το τέρας με κοίταξε απορημένο και είδα μια σκιά να περνάει από τα μάτια του. Μιλώντας του, κοιτώντας το ίσια και βαθιά, του έκανα από την αρχή σαφές πως ήμουν εκεί αποφασισμένη να το σκοτώσω ή έστω να του κάνω μεγάλο κακό. Θα πρέπει να ήμουν πολύ σοβαρή και η φωνή μου να ακουγόταν ως την άκρη του κόσμου γιατί τότε το είδα να τρέμει, να ταλαντεύεται αργά και σωριάζεται με θόρυβο. Ξαφνικά, διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια, τραβήχτηκε και ρουφήχτηκε σαν την άμπωτη προς τα μέσα του ανθρώπου ώσπου στο τέλος κρύφτηκε βαθιά, τόσο που να μην το βλέπω πια.

          Και τότε, ξάφνου, μπροστά μου, έλαμψε ο μικρός άνθρωπος που τόσο αγαπούσα. Μέσα από το φως και τη γαλήνη, άρχισε να περπατάει αργά, χαμογελαστά και ήρεμα προς το μέρος μου, ώσπου έφτασε κοντά μου και άπλωσε το χέρι του. Όταν έβαλα μέσα στη χούφτα του το δικό μου, το ένιωσα ζεστό και όμορφο. Ο μικρός άνθρωπος μίλησε για το μέρος όπου κατοικεί, για το πώς γεννήθηκε, για τα όνειρά του και πάνω απ’ όλα για το τέρας, για το πώς το συνάντησε και πώς το άφησε να τον παγιδεύσει. Ο μικρός άνθρωπος έγινε τότε, για λίγο μπροστά μου, μεγάλος, τόσο μεγάλος που χωρούσε μέσα στα χέρια του όλο το σύμπαν και, κοιτώντας με στα μάτια, έκλαψε από χαρά.

 

 

           Δεν ξέρω τι συνέβη όταν, αφού έφυγα, τέρας και μικρός άνθρωπος βρέθηκαν ξανά μαζί. Μα νιώθω και κάποιος είπε πως το τέρας θύμωσε τόσο πολύ με αυτήν του την ήττα, που κλείδωσε τον μικρό άνθρωπο σε ένα στενό σκοτεινό δωμάτιο. Κι έτσι, κλεισμένος καθώς ήταν πίσω από μια βαριά πόρτα με τη μεγαλύτερη κλειδαριά του κόσμου, δεν τον ξανάδα ποτέ. Το παράξενο όμως είναι πως ούτε και το τέρας ξανάδα ποτέ! Αν και πονηρό και παιχνιδιάρικο, δεν ξαναφάνηκε. Ίσως να φοβήθηκε και μια άλλη ήττα σίγουρα δε θα του άρεσε. Γιατί ξέρει τώρα πια πως, αν ξανασυναντηθούμε, θα γίνει μια σκόνη γκρίζα και βρώμικη που σιγά σιγά θα την πάρει ο άνεμος.

          Κι έτσι, εγώ είμαι εδώ και κάπου βρίσκεται το τέρας. Δυνατό μες στο βασίλειό του, ασφαλές και σίγουρο πως ποτέ ξανά δε θα τολμήσω να βγάλω τον μικρό άνθρωπο έξω από τον άνθρωπο, έξω από το σκοτεινό κελί όπου τον φυλάκισε.

         Μα…, δεν ξέρεις φτωχό μου τέρας, και πόσο αστείο μου φαίνεσαι, μέσα στην παντοδύναμη άγνοιά σου…

          Πως, εκείνη τη μέρα της νίκης, και καθώς ο μικρός άνθρωπος είχε χωθεί ζεστά στην αγκαλιά μου, έριξα, κρυφά, μέσα στην τσέπη του, ένα κλειδί.

 

Advertisements

Ούτε εμάς μας φτάνει ο χρόνος

Standard

Προσωπικά, κύριοι υπουργοί, ξευπουργοί, καρεκλάδες του μπουρδέλου που μας λέτε βουλή, επιχειρηματίες που δεν ξέρετε τι έχετε και δεν έχετε, οδηγοί τζιπ -τύφλα να χει το τεθωρακισμένο-, κινητάδες τελευταίας τεχνολογίας, κολλημένοι με τον κώλο στον καναπέ του τρέντυ μαγαζιού σας, δημοσιογράφοι της ψευτιάς και του ξεπουλήματος, όλοι εσείς που μυξοκλαίτε εκεί έξω που σας σπάσαν τη βιτρίνα και σας κάψαν τα σουτιέν που καμαρώνανε από μέσα, θα σας πω για μένα. Ούτε πέτρα έχω πετάξει τόσες μέρες όυτε μολότωφ. Γιατί δε φτάνει το χέρι μου. Αν έφτανε κι αν ήμουν δυνατή πολύ θα το ήθελα. Να γκρεμίσω τα παλάτια της αγοράς σας, εκεί που δουλεύει η πωλήτρια που τώρα κλαίει για τη δουλειά της, 3 ευρώ την ώρα και χωρίς ΙΚΑ.

Αλλά έχω και άσθμα. Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά εδώ και τρεις μέρες. Από τη μέρα που κατάλαβα ότι καλό είναι να μην έχω όνειρα και να μην μιλάω για τα στραβά που φορτώνετε σ’εμένα, τον πατέρα και τη μάνα μου. Γιατί μπορεί μια μέρα, μια σφαίρα που κατευθυνόταν στα πράσινα παπούτσια μου να εξοστρακιστεί σε μια ζαρντινιέρα και να με βρει κατευθείαν στην καρδιά. Ύστερα, όλοι σας, υποκριτές του κώλου θα κλαίτε όπως κάνετε τώρα, με δάκρυα κροκοδείλια, μέχρι να ξεχαστείτε, να πείτε »τον καυμένο τον Αλέξη, γιατί να μπλέξει» και να γυρίσετε στα κόκκινα λαμπάκια σας και στις βασιλόπιτες, αυτή τη βασιλόπιτα που τη μισή την πετάς γιατί έχεις αγοράσει δυο τρεις, μαγαζάτορα της Ερμού.

Έχω άσθμα και το μαλακισμένο χημικό που ρίχνουν οι προστάτες σας με έχει γαμήσει. Το λένε δακρυγόνο αλλά μέχρι και εγώ ξέρω πως δεν είναι. Μπορεί να μας βλέπουν σαν ποντίκια και να έβγαλαν το ψεκαστήρι. Σου λένε, αφού φάγαμε έναν, ας φάμε κι άλλους. Χημικά, ξύλο σε ανήλικους, συλλήψεις, σφαίρες και σηκωμένα όπλα ακόμα και τώρα μπροστά στα μούτρα μας. Αν αυτός είναι ο κόσμος που σας καταστρέφουν και που εσείς ετοιμάζατε να μου δώσετε, δεν τον θέλω, πάρτε τον πίσω. Φτύνω σε σας και στη ζελατίνα με την οποία τυλίξατε τα σκατά που μου προσφέρετε.

Ανοίγω την τηλεόρασή σας, αυτό το κουτί μέσα στο οποίο παραχώνετε τα μυαλά των πολλών, και ακούω τόσα ψέμματα, τόσες μαλακίες. Οι κουκουλοφόροι είναι βίαιοι τραμπούκοι που κλέβουν και λεηλατούν. Ρε ηλίθιε λαέ, μαλάκα πουλημένε δημοσιογράφε, που έγλειψες κώλους για να φτάσεις να πάρεις μικρόφωνο, ξέρεις τι είναι λεηλασία και κλοπή? Κάθε μέρα σου τα μαζέυουν, κάθε μέρα σου αδειάζουν τις τσέπες και δε λες τίποτα. Έχω δει πολλούς τραμπούκους με γραβάτα και μερσεντές. Ο μεγαλομαγαζάτορας που πέταξε τους γονείς μου στο δρόμο έγινε τώρα το άτυχο θύμα των κουκουλοφόρων και της τυφλής βίας. Τυφλός είσαι εσύ λαέ. Εσύ που σε νοιάζει πιο πολύ η περιουσία σου από τη ζωή σου. Γιατί ακόμα κι εσύ, ο πολτοποιημένος μαζικός εγκέφαλος, κάπου έχεις καταλάβει ότι η ζωή σου είναι για τα σκουπίδια. Αλλά των παιδιών σου δεν είναι.

Για το παιδί σου και για τον κάθε άτυχο που συναντήθηκε ποτέ με μπάτσο βρισκόμαστε στους δρόμους. Κουκουλοφόροι και ξεσκέπαστοι, μικροί και μεγάλοι, είμαστε όλοι στους δρόμους. Εσύ κάθεσαι και κοιτάς, κλαις για τις ξένες περιουσίες που κάηκαν, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσεις την απάθειά σου, το πόσο έχεις πουληθεί και πόσο κάτω έχεις φτάσει. Ή θα είσαι κανένας μικρός μαγαζάτορας που αντί να πας να τα ζητήσεις από αυτούς που σου χρωστάνε, χρόνια τώρα, ζητάς την προστασία των δολοφόνων. Να σου τη δώσουν την προστασία ρε. Να σε γαμήσουν μια για πάντα στους φόρους όπως κάνουν, να σε εκμηδενίσουν, να σου γεμίσουν το κεφάλι με σκατά και μια μέρα που εσύ ακόμα θα τους προσκυνάς, θα βρεις το παιδί σου στο χώμα. Ένα θα είναι αλλά μπορεί να είναι το δικό σου. Τότε θα φωνάζεις μαλάκα αλλά θα είναι αργά.

Σήμερα μου είπαν οι γονείς μου πως αναβάλατε την απόφαση για τους υπανθρώπους που κόντεψαν να σκοτώσουν φοιτητή με τη βοήθεια γλάστρας γιατί όπως είπατε δεν σας έφτανε ο χρόνος. Λοιπόν, ΟΥΤΕ ΕΜΑΣ ΜΑΣ ΦΤΑΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Δε θέλουμε χρόνο για να σκεφτούμε. Τόσο καιρό σκεφτόμασταν και δε μιλάγαμε, ακούγαμε τις προπαγάνδες σας, τα παραμύθια σας, τις δικαιολογίες απόλυσης, τις πολιτικές σας ψευτιές και τις μαλακισμένες διαφημίσεις σας. Τώρα σκασμός. Τώρα θα μιλήσουμε εμείς κι εσείς θα ακούσετε.

Ε. ετών 14 για να ξέρετε. Θέλω να γίνω συγγραφέας. Αυτό το έγραψα γιατί θέλω να αρχίσω να φτιάχνω υλικό. Δεν ισχύει βλέπεις αυτό που μου λέγανε, η ζωή είναι μπροστά σου. Σε δυο χρόνια θα είμαι ίσα με τον Αλέξη. Αν συναντήσω τότε κανέναν από τους προστάτες σου πουλημένε λαέ, να χεις κάτι εσύ για να διαβάζεις.

*το κείμενο γράφτηκε από την Ε. και εμένα -για κάποια σημεία σύνταξης- αλλά ήταν και είναι πιο πολύ δικό της, οι ιδέες της όπως τις σκεφτόταν

Στα 16 σου χρόνια

Standard

Ο Ανδρέας Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πέθανε σήμερα στα 16 του χρόνια χτυπημένος από σφαίρα αστυνομικού στο κέντρο της Αθήνας. Να τελειώνεις με μια δολοφονία πριν ακόμα μάθεις τη ζωή.

Αυτό και τίποτα άλλο.

από την τσουκνίδα .

Ένα διπλοψημένο παραμύθι!

Standard

Τι είναι άραγε το μπισκότο? Από τι φτιάχνεται και γιατί? Τι σχήμα έχει, τι γέυση, πώς μυρίζει? Ποιός πρωτοσκέφτηκε άραγε να το φτιάξει και πότε? Πώς να έφτασε μέχρι τα μέρη μας?  Τι χρειάζεται για να φτιάξει κανείς μπισκότα και πώς μπορεί να το κάνει? Και πάνω απ’ όλα  σε τι μας χρησιμεύει το μπισκότο? Μήπως θα μπορούσαμε άραγε, αν παίρναμε πολλά πολλά μπισκότα…. να χτίσουμε σπίτια παραμυθιού??? :)

biscuits

Αύριο, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, το Ελληνικό Παιδικό Μουσείο με την ευγενική χορηγία της Ε.Ι ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.,  διοργανώνει από τις 10 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα ένα μαγικό Αφιέρωμα στο Μπισκότο για μικρούς και μεγάλους και για όσους  θέλουν να παίξουν με τα μπισκότα, να μάθουν την ιστορία τους στην Ελλάδα και στον κόσμο, να ανακαλύψουν την αξία τους, να τα αγγίξουν, να τα χαζέψουν και … να τα μαγειρέψουν, μέσα από πολλές δραστηριότητες και εκπλήξεις!!

Οπότε, μαμάδες και μπαμπάδες, αναγνώστες του ταπεινού μου μπλογκ, όσοι νιώθετε ακόμα παιδιά και όσοι λατρεύετε τα μπισκότα μην χασομεράτε!! :D:D Εκεί θα είμαι κι εγώ, μια από τις πρώτες πιστές οπαδούς του μπισκότου, από την πρώτη μέρα της ζωής μου μέχρι και σήμερα!! :)

Εδώ μπορείτε να δείτε το πρόγραμμα αυτού του αφιερώματος και εδώ το πρόγραμμα το Ελληνικού Παιδικού Μουσείου για τους επόμενους τρεις μήνες και την περίοδο των χριστουγέννων!!

Ελάτε να…. »διπλοψήσετε» όσα γνωρίζατε και όσα δεν γνωρίζατε μέχρι σήμερα για τα μπισκότα!!!

Watch out!

Standard

Ακούστε μια ιστορία. Ντρεπόμουν να την πω μα απ’ την άλλη είναι ωραία ιστορία :) Τα λόγια κουράστηκα πολύ για να τα θυμηθώ και θα τα γράψω χωρίς σχόλια.

Σήμερα τον είδα. Το πρωί. Στην στάση του Πολυτεχνείου. Στεκόταν εκεί κρατώντας ένα τσιγάρο και είχε τα μάτια κλειστά. Ωραίος αλητάκος σκέφτηκα. Θα πρεπε να ταν 20 ή και πιο κάτω και μου θύμισε κάποιον που αγαπούσα. Έμοιαζε σαν να στεκόταν εκεί χίλια χρόνια περιμένοντας κάτι να αλλάξει ή μήπως να ανάψει ξανά το τσιγάρο του που τελείωνε? Τελοσπάντων, πλησίασα και στριμώχτηκα στη στάση

-ΕΕΕΕεεεεεεεε, πρόσεχεεεεε!, φώναξε. Σχεδόν μου έσπασες το πόδι!

-Αααα να σου πω, είπα νευριασμένη, μη φωνάζεις! Λυπάμαι αν σε πάτησα.

-Μπα, όχι, δε λυπάσαι.

-Ορίστε?

-Λέω, δε λυπάσαι. Αντιθέτως σκέφτεσαι… αχ τον καημένο άσχημο νεαρό, νομίζει ότι είναι κάποιος, εγώ έχω τόσα να κάνω σήμερα και αυτός φωνάζει σαν ένας ηλίθιος…

-Όχι, δε σκέφτηκα αυτό. Αλλά σίγουρα έχω τα δικά μου προβλήματα, δεν είχα καμιά όρεξη να σκεφτώ εσένα.

-Ναι, αλλά με σκεφτόσουν.

-Τι???

-Με σκεφτόσουν από την πρώτη στιγμή που με είδες αφού έστριψες στη γωνία.

-Τι?!?!?!?!?!?! Όχι, φυσικά και όχι!!!!

-Σκέφτηκες ότι ίσως και να ήθελες να περάσεις ένα βράδυ μαζί μου αν δεν ήμουν ένας άγνωστος με χάλια κούρεμα.

-Ααααααα, λοιπόν, ως εδώ!! Ποτέ δεν το σκέφτηκα αυτό!!!!

-Αλήθεια?? :)

-Nαι, αλήθεια!

-Δηλαδή, πόσο αλήθεια?

-Άσε με ήσυχη, δε θέλω να μιλήσω!

-Όχι, δε σε αφήνω ήσυχη. ΑΛΗΘΕΙΑ?

-Ε? Τι αλήθεια?

-Δεν το σκέφτηκες?

-Όχι.

-Ναι, αλλά δεν με κοιτάς στα μάτια…

-Και?

-Κοίτα με στα μάτια!

-Οκ… ΑΛΗΘΕΙΑ!

-Αλήθεια τι? :) (μπήκε γκολ)

-Αλήθεια, ΔΕΝ το σκέφτηκα.

-Και τότε τι είναι αυτό?

Έβαλε το χέρι του πάνω στην μπλούζα μου και κατάλαβα ότι είχα 4.573 σφυγμούς το λεπτό. Σκατά, σκέφτηκα.

-Ποιο αυτό?

-Αυτό.

-Εντάξει, ίσως…

-Ίσως τι?

-Ίσως να σκέφτηκα ότι κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες θα μπορούσα να περάσω λίγο χρόνο μαζί σου αν δεν ήσουν άσχημος και παράξενος και είχαμε την τύχη να συναντηθούμε σε ένα πιο ευχάριστο περιβάλλον…

-Λοιπόν κορίτσι, σσσσσσ…..

-Τι σσσσσ?

-Τώρα…

-Τι τώρα?

-Νομίζω ότι τώρα θα μπορούσαμε να πιούμε εκείνον τον καφέ.

-Ποιον καφέ?

Τον καφέ που ήθελα να πιω μαζί σου από την πρώτη στιγμή που σε είδα αφού έστριψες στη γωνία.

Ε? ΤΟΜΠΟΛΑ.

Μαντέψτε ποιος πλήρωσε τους καφέδες :) Γενικά ψαρώνω πολύ εύκολα. Αλλά σκέφτομαι από το πρωί ότι υπάρχουν άνθρωποι που σπουδάζουν 20 χρόνια στα πανεπιστήμια ψυχολογίας για να μάθουν να σε υπνωτίζουν κι αυτός ο μικρός έπαιζε την ύπνωση στα δάχτυλα.

Πραγματικά ήταν αυτό που αποκαλούμε αλήτη. Αλλά……. ήταν ένας αλήτης με στυλ ;)