Μέσα σε έναν άνθρωπο

Standard
Η γυναίκα, εγώ, και ο άνδρας καθίσαμε στις ψάθινες καρέκλες μιας καφετέριας.

-Λοιπόν, θα μας πεις την ιστορία? με ρώτησαν.

-Θα σας πω.

 

Μια μέρα, περπατώντας, συνάντησα έναν άνθρωπο. Ήταν άνθρωπος, όμορφος, μα ήταν και  φύση παράξενη μαζί. Ήταν μισός τέρας μισός παιδί. Το σώμα του έκρυβε μέσα του έναν μικρό άνθρωπο, άθικτο και καθαρό, ένα λαμπρό κομμάτι ψυχής. Γύρω από αυτό, και μέχρι έξω, ως τα μαλλιά του και τις άκρες των ποδιών του, κατοικούσε το τέρας. Ήταν ένα τέρας χωρίς μορφή και χρώμα, έμοιαζε μάλλον με ύλη που απλωνόταν και μάζευε, δίχως να μπορείς να ξέρεις ούτε το πότε ούτε το γιατί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως το τέρας δε με συμπάθησε. Μάλλον με μίσησε και το ίδιο μπορώ να πω πως ένιωσα κι εγώ για κείνο.

-Τι λες, πάμε μια βόλτα? ρώτησα τον άνθρωπο για πρώτη φορά.

-Πάμε, είπε εκείνος.

          Καθώς ο καιρός περνούσε, ο άνθρωπος κι εγώ ερχόμασταν όλο και πιο κοντά και, σαν να ήμασταν ένα, σκεφτόμασταν και πράτταμε όλο και πιο πολύ τους ίδιους συλλογισμούς, όλο και πιο πολύ τα ίδια πράγματα. Καθώς έμπαινα μέσα του, κι αυτός σε μένα, πάσχιζα ολοένα και περισσότερο να φτάσω και ν’ αγγίξω εκείνο το μικρό κομμάτι όμορφης ύπαρξης. Ήξερα πως από εκείνο ερχόταν όλη η αγάπη και η στοργή και ότι πιο ωραίο είχα από τον άνθρωπο, σ’ εκείνο το χρωστούσα. Άλλοτε γέλια και αγάπες κι άλλοτε συγκίνηση, είχα πειστεί πως είχαμε γίνει φίλοι με τον μικρό άνθρωπο. Κι ας μην είχαμε βρεθεί ποτέ οι δυο μας.

          Αντιθέτως, αν και εγώ και το τέρας δεν είχαμε καθόλου καλή σχέση, παίζαμε συνέχεια διάφορα παιχνίδια, καθώς ήμασταν σχεδόν πάντα μαζί. Ό,τι ήθελα να πω κι ό,τι ήθελα να κάνω έπρεπε πρώτα μα περάσει από το δικό του πυκνό φίλτρο κι έτσι ποτέ δεν κατάφερνα να μιλήσω στον μικρό μου άνθρωπο. Θέλω εδώ να πω πως, είχα καταλάβει πια καθαρά ότι το τέρας με φοβόταν πολύ. Αντίθετα, εγώ δε το φοβόμουν καθόλου. Παρά το μίσος όμως και την έντονη δυσαρέσκεια και οι δύο μας σεβόμασταν πολύ ο ένας τον άλλον. Ο καθένας μας ήταν για τον άλλον ένας πανίσχυρος εχθρός και σαν τέτοιο τον βλέπαμε.

          Αφού πέρασε καιρός, το τέρας, με το ανίκητο πικρό χιούμορ του, την κακία και τα έξυπνα παιχνίδια του κατάφερε να με αποκόψει από κάθε μονοπάτι προς το κέντρο του ανθρώπου. Μου πρότεινε μάλιστα να βλάψουμε μαζί τον μικρό άνθρωπο που τόσο μας απασχολούσε. Πιστεύω ότι είχε αρχίσει κιόλας να με συμπαθεί! Μα, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Έτσι λοιπόν μια μέρα, και ενώ είχα σχεδόν νικηθεί και αποσυρθεί στο καβούκι μου, αποφάσισα να χτυπήσω το τέρας για τελευταία φορά. Αλλά ετούτη τη φορά όπως θα άξιζε σ’ ένα τέρας σαν κι αυτό!

          Όταν εγώ και ο άνθρωπος καθίσαμε ο ένας απέναντι από τον άλλο, το τέρας με κοίταξε απορημένο και είδα μια σκιά να περνάει από τα μάτια του. Μιλώντας του, κοιτώντας το ίσια και βαθιά, του έκανα από την αρχή σαφές πως ήμουν εκεί αποφασισμένη να το σκοτώσω ή έστω να του κάνω μεγάλο κακό. Θα πρέπει να ήμουν πολύ σοβαρή και η φωνή μου να ακουγόταν ως την άκρη του κόσμου γιατί τότε το είδα να τρέμει, να ταλαντεύεται αργά και σωριάζεται με θόρυβο. Ξαφνικά, διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια, τραβήχτηκε και ρουφήχτηκε σαν την άμπωτη προς τα μέσα του ανθρώπου ώσπου στο τέλος κρύφτηκε βαθιά, τόσο που να μην το βλέπω πια.

          Και τότε, ξάφνου, μπροστά μου, έλαμψε ο μικρός άνθρωπος που τόσο αγαπούσα. Μέσα από το φως και τη γαλήνη, άρχισε να περπατάει αργά, χαμογελαστά και ήρεμα προς το μέρος μου, ώσπου έφτασε κοντά μου και άπλωσε το χέρι του. Όταν έβαλα μέσα στη χούφτα του το δικό μου, το ένιωσα ζεστό και όμορφο. Ο μικρός άνθρωπος μίλησε για το μέρος όπου κατοικεί, για το πώς γεννήθηκε, για τα όνειρά του και πάνω απ’ όλα για το τέρας, για το πώς το συνάντησε και πώς το άφησε να τον παγιδεύσει. Ο μικρός άνθρωπος έγινε τότε, για λίγο μπροστά μου, μεγάλος, τόσο μεγάλος που χωρούσε μέσα στα χέρια του όλο το σύμπαν και, κοιτώντας με στα μάτια, έκλαψε από χαρά.

 

 

           Δεν ξέρω τι συνέβη όταν, αφού έφυγα, τέρας και μικρός άνθρωπος βρέθηκαν ξανά μαζί. Μα νιώθω και κάποιος είπε πως το τέρας θύμωσε τόσο πολύ με αυτήν του την ήττα, που κλείδωσε τον μικρό άνθρωπο σε ένα στενό σκοτεινό δωμάτιο. Κι έτσι, κλεισμένος καθώς ήταν πίσω από μια βαριά πόρτα με τη μεγαλύτερη κλειδαριά του κόσμου, δεν τον ξανάδα ποτέ. Το παράξενο όμως είναι πως ούτε και το τέρας ξανάδα ποτέ! Αν και πονηρό και παιχνιδιάρικο, δεν ξαναφάνηκε. Ίσως να φοβήθηκε και μια άλλη ήττα σίγουρα δε θα του άρεσε. Γιατί ξέρει τώρα πια πως, αν ξανασυναντηθούμε, θα γίνει μια σκόνη γκρίζα και βρώμικη που σιγά σιγά θα την πάρει ο άνεμος.

          Κι έτσι, εγώ είμαι εδώ και κάπου βρίσκεται το τέρας. Δυνατό μες στο βασίλειό του, ασφαλές και σίγουρο πως ποτέ ξανά δε θα τολμήσω να βγάλω τον μικρό άνθρωπο έξω από τον άνθρωπο, έξω από το σκοτεινό κελί όπου τον φυλάκισε.

         Μα…, δεν ξέρεις φτωχό μου τέρας, και πόσο αστείο μου φαίνεσαι, μέσα στην παντοδύναμη άγνοιά σου…

          Πως, εκείνη τη μέρα της νίκης, και καθώς ο μικρός άνθρωπος είχε χωθεί ζεστά στην αγκαλιά μου, έριξα, κρυφά, μέσα στην τσέπη του, ένα κλειδί.

 

Advertisements

4 responses »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s