Monthly Archives: Απρίλιος 2009

E-Flat

Standard

Ο αδερφός μου η αδερφή μου κι εγω ακούγαμε μικροί αυτό το κομμάτι και χορεύαμε. Παίζεται με ένα βιολί ένα πιάνο και ένα τσέλο συνήθως. Είναι το μόνο κομμάτι που όποιο μέρος και να μου τύχει σε οποιοδήποτε από τα τρία όργανα μπορώ να το παίξω.

Δύσκολη μέρα :)

Standard

Μιας και έρχεται το Πάσχα είπα να κάνω κάτι σχετικό και σκέφτηκα να βαψω αυγά. Αλλάααααα για να είμαι σίγουρη ότι θα τα κάνω καλά, είπα χθες το απόγευμα να κάνω μια πρόβα :)

Έβαλα τα αυγά να βράσουν και δίπλα έβαλα και μια κατσαρολίτσα με λίγο λάδι, έριξα μέσα και μερικά σποράκια καλαμπόκι για να γίνουν ποπ κοoooρν. Έριξα όσο σποράκια μου είχε πει μια φίλη μου να ρίχνω και έβαλα το μάτι στο 3 όπως μου είχε επίσης πει αλλά μετά σκέφτηκα… Δεν παραμετροποιώ λίγο το σύστημα, να βάλω και λίγο noise :P… oπότε έβαλα το μάτι στο 6, έριξα κάααααμποσα ακόμα σποράκια γιατί μου φάνηκαν πολύ λίγα, έριξα μαζί με το λάδι και λίγο βούτυρο και πήγα να δω μια σειρά στην  οποία έπαιζε ο Άγης Εμμανουήλ (πολύ όμορφος) περιμένοντας τα ποπ κοooρν. Με πήρε ο ύπνος.

Όοοοταν ξύπνησα, η σειρά είχε τελειώσει, αντί για τον Άγη Εμμανουήλ στην οθόνη του laptop ήταν ένα προειδοποιητικό παράθυρο που μου έλεγε ότι ένας άλλος υπολογιστής στο δίκτυο είχε την ίδια IP με μένα. Χμμμ σκέφτηκα, την ίδια IP με μένα….  αλλά πριν το καλόσκεφτώ, μύρισα.

Μιά αίσθηση καμμένου, που σου άνοιγε την όρεξη βέβαια, all over da house. Πλησίασα την κουζίνα έτοιμη να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Μόνο που αυτό δεν λεγόταν κατάσταση, λεγόταν η λαίλαπα των σπορακίων. Μα πόσα ήταν πια???  Το καπάκι της κατσαρόλας είχε εκσφενδονιστεί σε απόσταση 2 μέτρων, ένας τεράαααστιος αφρός από ποπ κορν είχε χυθεί στο πάτωμα, παντού παντού παντού  ενώ μικρά ποπ κορνάκια, ενθαρρυμένα και από τα ανοιχτά παράθυρα, έκαναν βόλτες στην κουζίνα, στο σαλόνι, στο μπάνιο, στα δωμάτια…. Όχι ρε γαμώτο….!!

Την ίδια ώρα πάρα μα πάρα πολλά ποπ κορν είχαν πεταχτεί από τη δικιά τους κατσαρόλα και είχαν πέσει στη διπλανη μαζί με τα παραβρασμένα και σπασμένα αυγά.  Εκεί έβραζαν και γίνονταν σιγά σιγά μια υπέροχη σούπα ποπ κορν αυγολέμονο.  Εντάξει, λίγο αηδία το όλο θέμα. Μέχρι το βράδυ καθάριζα. :D Τέσσερις ώρες. Όπου και να κοίταζα είχε ποπ κορν…

Τώρα όμως, ξέρω ότι αυτή η κατσαρόλα παίρνει όντως τόσα σποράκια όσα μου είχαν πει, ίσως ελάχιστα πιο πολύ, και ποτέ ξανά το σπίτι μου δε θα γεμίσει καλαμπόκι.

Και γιατί το γράφω στο blog? Γιατί εκεί στη μέση του σαλονιού μου, αφού σκέφτηκα το παραπάνω, αμέσως μετά σκέφτηκα, «ααααα!!! μα το να εισάγεις τελικά τυχαία noise σε ένα σύστημα μπορεί όντως να κάνει στο μέλλον το σύστημα πιο staaaable… !! »

Και το να σκεφτείς αυτό το συγκεκριμένο πράγμα βλέποντας μια θάλασσα από ποπ κορν να σε κυκλώνει…… δεν ξέρω πόσο stable είναι… :D

Διαδρομή

Standard

http://www.deezer.com/track/2949256

Σε συνάντησα χθες, μεσημέρι. Τι γίνεται?, ρώτησα. Περίμενα να μου πεις κάτι από όλα αυτά που λένε διάφοροι άνθρωποι όταν συναντιούνται μετά από καιρό. Καλά εσύ, τα ίδια, ε… σχολή, κτλ… Εσένα σου πήρε μόνο ένα λεπτό να πεις κάτι άλλο.  Κοιτούσες αλλού, κάπου μακριά, πέρα από τα αυτοκίνητα που περνούσαν και όλον αυτό τον θόρυβο του δρόμου όταν είπες, στη ζωή μου έχω κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Δεν είπες τίποτα άλλο, δεν προσπάθησες να μου εξηγήσεις, ούτε με κοίταξες περίλυπα. Κρατούσες ένα παγωτό και μου έδωσες λίγο. Το δέχτηκα και περπατήσαμε μαζί, εμείς οι δύο ξένοι, μέχρι ένα παγκάκι στα Εξάρχεια.

Όλη η ζωή μου είναι ένα λάθος. Ένα τεράστιο λάθος κι εγώ δεν ξέρω από που να πιαστώ. Έχω κάνει το ενα λάθος μετά το άλλο. Συνέχεια λάθη, λάθη, λάθη που συσσωρεύονται. Έχω κάνει και καλά πράγματα. Αλλά πιο πολλά λάθη. Και σ΄όλο αυτό είμαι μόνος. Πιο μόνος απ’ όσο φαντάζεσαι. Δεν είναι ότι κανείς δεν καταλαβαίνει. Είναι ότι κανείς δεν ξέρει. Οι γονείς μου δεν ξέρουν ότι τους χρειάζομαι. Μου λένε, είσαι μεγάλος, βγάλτα πέρα μόνος σου. Δεν ήξεραν, όταν είμασταν μαζί, ότι ήθελα να μου κρατήσουν ένα σοκολατάκι από τη συσκευασία που αγόραζαν για να δοκιμάσω κι εγώ. Δεν το σκέφτηκαν ποτέ. Δεν είναι αργά. Εγώ προσπαθώ μα δεν αλλάζει τίποτα ποτέ. Κάποτε πίστευα σε μένα. Τώρα δεν πιστεύω πια. Όπου και να πάω φοβάμαι. Νιώθω ότι σε κάθε μου βήμα οι δυνάμεις μου λιγοστεύουν, σαν να έχω ένα αόρατο σχοινί που με κρατάει μακριά  από ότι καλό έχω. Είμαι με μια κοπέλα. Μ αγαπάει μου λέει. Είναι καλή αλλά δεν ξέρει. Ότι δεν γίνεται να αγαπάς κάποιον που δεν γνώρισες ποτέ. Κάποιον που δεν ξέρεις. Τώρα μένω μόνος. Δουλεύω σε μια δουλειά, εντάξει μια κανονική δουλειά σαν όλες. Βγάζω πολύ λίγα ρε συ και δίνω και στον αδερφό μου. Κι εσύ δε δίνεις σε άλλους που είναι χειρότερα? Ε, κι εγώ.  Και ούτε που να μείνω έχω, μένω από δω κι από κει. Θες να πάμε εκεί που μένω τώρα? Θα πάμε μετά. Είμαι λίγο τραγικός που στα λέω? Όλο λάθη. Τα περισσότερα που μπορώ να θημηθώ έιναι λάθη.Και θα πάνε ακόμα χειρότερα.

Εγώ κοίταζα μακριά, μέχρι τον απέναντι κάδο δηλαδή γιατί σε ένα στενό ήμασταν, πόσο μακριά να δεις? Δεν ξέρω αν μου είπε αυτά μα εγώ αυτά άκουσα. Άκουσα για μένα και για τη ζωή μου. Καθόμουν εκεί και άκουγα κάποιον άλλον να λέει αυτά που εγώ δεν μπορώ να πώ. Ή μάλλον αυτά που εγώ ξέρω μα δεν έχω πιστέψει ακόμα ότι είναι η πραγμαικότητα. Είναι εύκολο να κάνεις την αισιοδοξία ναρκωτικό. Δεν είναι τα περισσότερα που έχεις ζήσει λάθη, δεν μπορεί να είναι… Θα έρθουν καλύτερες μέρες. Μόνο αυτό είπα κι ύστερα ξέσπασα σε κλάμματα όπως εγώ ποτέ δεν κάνω, παραβίασα το μεγάλο νόμο που λέει:  η ώρα που κλαις είναι χαμένος χρόνος. Έκλαιγα τόση ώρα που έχασα το μέτρημα χωρίς να σταματήσω καθόλου και το μόνο που μπορούσες εσύ να κάνεις είναι να μου αγοράσεις με τα δικά μου λεφτά άλλο ένα παγωτό. Μου άρεσε όμως. Όταν σταμάτησα είχε σχεδόν νυχτώσει κι ένιωθα εξαντλημένη. Το κεφάλι μου πονούσε αφόρητα.

Στο γυρισμό μπήκα σε ένα κατάστημα ρούχων. Δεν είχα λεφτά για να πάρω κάτι εκείνη τη στιγμή αλλά θα ένιωθα κάπως καλύτερα. Πήρα κάποια μπλουζάκια και ένα παντελόνι και μπήκα στο δοκιμαστήριο. Έβγαλα το μπουφάν μου και την τσάντα μου και τα πέταξα πάνω σε μια καρέκλα. Δεν ξέρω πώς μα έμεινα εκεί σαν χαζή να κοιτάω τον καθρέφτη του δοκιμαστηρίου χωρίς να βλέπω τίποτα. Σαν να είχε σβήσει η λάμπα στο μυαλό μου και να είχε πέσει σκοτάδι. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί όρθια, μα ξαφνικά, σαν να ξύπνησα, άρπαξα το μπουφάν μου και την τσάντα μου από την καρέκλα, διέσχισα το μαγαζί και βγήκα έξω.

Λίγα στενά πιο κάτω είδα ανάμεσα στο μπουφάν και την τσάντα μου τρία μπλουζάκια. Το ένα έγραφε, this too will pass. Δεν το είχα δει πιο πριν. Ούτε και ξέρω πώς βρέθηκαν μαζί μου. Φαίνεται τα πήρα πάνω από την καρέκλα χωρίς να το καταλάβω. Δεν τα επέστρεψα. Σήμερα στη σχολή φόρεσα ένα από αυτά. Είχε ωραία μέρα και μου πήγαινε πολύ.  Είναι εύκολο να κάνεις την αισιοδοξία ναρκωτικό.

Κάποτε θα ‘ρθει η στιγμή
που όλα θα πάρουν ένα νόημα βαθύ
θα σου θυμίζουν οι ουρανοί άγνωστες πτήσεις
κι η θάλασσα η παντοτινή
τρεμούλιασμα νωχελικό
στον πιο αθώο σου εαυτό
και οι σταθμοί παλιές, καλές αναχωρήσεις.
Κι η αγάπη πάλι θα καλεί
στον κόρφο της γλυκά να ‘ρθεις
να ξαποστάσεις
να ιστορήσεις μια ζωή
βγάζοντας στεναγμό βαθύ
και στην ποδιά της να τινάξεις
σαν λείψανα αγίων μαρτυρικά
όλες σου τις θλίψεις.

Δεν υπάρχει ομορφιά
παρά μόνο στο βλέμμα
που τη φρίκη κοιτάει
κι όμως αντέχει.

Ικμπάλ Μασί

Standard

Δεν ξέρω πόσοι ξέρουν αυτήν την ιστορία ή πόσοι δεν την έχουν ακούσει ποτέ. Ο Ικμπάλ Μασί, γεννήθηκε στο Πακιστάν το 1982. Στην ηλικία των τέσσάρων, πουλήθηκε από την οικογένειά του σαν σκλάβος σε ένα ταπητουργείο για ένα δάνειο μόλις 16 δολλαρίων. Για έξι χρόνια ήταν αναγκασμένος να δουλεύει 12 ώρες την ημέρα, αλυσοδεμένος στο ίδιο σημείο, να φτιάχνει χαλιά, με λιγοστό φαί και νερό, με συνεχείς τιμωρίες και εγκλεισμούς σε ένα σκοτεινό υπόγειο γεμάτο υγρασία, διάφορα ερπετά και έντομα και ελάχιστο οξυγόνο.

Στην ηλικία των 10 ο Ικμπάλ το έσκασε από το ταπητουργείο και κατήγγειλει το αφεντικό του στην αστυνομία η οποία όμως δωροδοκήθηκε και τον επέστρεψε πάλι πίσω. Μετά από μερικούς μήνες το ξανάσκασε και κατέφυγε στο Απελευθερωτικό Μέτωπο του Πακιστάν για την Εκμετάλλευση της Παιδικής Εργασίας. Τους επόμενους μήνες κατήγγειλε ανοιχτά σε τοπικές ομιλίες του τους εκμεταλλευτές εργοδότες οι οποίοι πλούταιναν με την εργασία παιδιών που ζούσαν στη σκλαβιά. Ο Ικμπάλ είχε τόσο μεγάλο πάθος να βοηθήσει και άλλους συνομηλίκους του που μέσα σε ένα χρόνο, τρυπώνοντας κρυφά σε παράνομα ταπητουργεία και βγάζοντας φωτογραφίες των παιδιών που εργάζονταν σε αυτά, κατάφερε να βοηθήσει πάνω από 3.000 παιδιά να ξεφύγουν από τη σκλαβιά και την εξαθλίωση. Το 1992 ο συνολικός αριθμός των παιδιών-σκλάβων στο Πακιστάν υπολογιζόταν στα 7.000.000.

Το 1994 βραβέυτηκε με το Βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Reebok και έδωσε ομιλίες σε πολλά μέρη του κόσμου κατά της παιδικής εργασίας. Αμέσως μετά το ταξίδι του επέστρεψε στο χωριό του στο Πακιστάν για να γιορτάσει μαζί με την οικογένειά του, που ήταν ορθόδοξη, το Πάσχα.

Ο Ικμπάλ Μασί δολοφονήθηκε την ημέρα του Πάσχα του 1995, στη Μουρίτκε, ένα χωριό στο Πακιστάν, από την »Μαφία των Χαλιών». Ήταν περίπου 13 χρονών.Οι εντολείς και οι εκτελεστές της δολοφονίας του δε συνελήφθησαν ποτέ.

Τρεις μέρες, μετά εκατοντάδες παιδιά διαδήλωσαν στους δρόμους της Ινδίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του. Οι μικροί διαδηλωτές ήταν στην πλειοψηφία τους ρακένδυτα παιδιά, εκ των οποίων αρκετά νήπια, καθώς επίσης και ανήλικοι που απελευθερώθηκαν από την καταναγκαστική εργασία μετά από κινητοποιήσεις μελών κοινωνικών οργανώσεων.

Ικμπάλ Μασί

Σχετικά διαβάστε (ή ακόμα καλύτερα δώστε στα παιδιά σας να διαβάσουν) το βιβλίο για παιδιά »Ικμπάλ, ένα παιδί ενάντια στην παιδική εργασία» του Φραντσέσκο Ντ’ Αντάμο. Επίσης ρίξτε αν θέλετε μια ματιά και εδώ.