Βασίλης Ραφαηλίδης: ένας ημιτελής θάνατος?

Standard

Όχι. Για μερικούς ο θάνατος βγάζει το σκασμό.

Διαβάζω εδώ και μέρες άλλο ένα βιβλίο του, άλλο ένα από τα πολλά βιβλία αλήθειας αυτού του αριστερού, όπως θα λέγαν κάποιοι, ω ναι! Αριστερός ήταν μα πάνω από όλα μυαλωμένος. Μυαλωμένος και καθόλου ανιστόρητος όπως τόσοι και τόσοι άλλοι με αποκορύφωμα του συγγραφείς των σχολικών βιβλίων ιστορίας! Ίσως να έχω επηρεαστεί απ’ αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον που μπήκε στον κόπο να γράψει πέντε γραμμές για αυτό που λέμε «πατρίδα»…

Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν… κι ήρθαν τα ελληνικά φουσάτα και μας γ^&**^σαν…

Πατρίδα και πράσινα άλογα! Θυμάστε την ιστορία του σχολείου. Εγώ φυσικά και ναι. Όλη την ιστορία που ξέρω από κει την έμαθα. Θυμάστε τον σπουδαίο Περικλή, τα μεγαλεία του Βυζαντίου, τον αγώνα για τη λευτεριά από το ζυγό των Τούρκων, μάχη στη μάχη και μπουρλότοοοο!! Εγώ αυτά θυμάμαι.  Ηρωισμός και ελληνισμός. Και μόλις είναι μια βδομάδα που άρχισα να νιώθω αυτό που λέγεται αλλά ποτέ δεν εφαρμόζεται. Φωτιά στα σχολικά εγχειρίδια! Που στόχο έχουν να ξεπλύνουν τους παιδικούς εγκεφάλους για να τους βγάλουν εκεί έξω καθαρούς και αμόλυντους, ψεκασμένους με την ιδέα μιας Ελλάδας που προοδεύει, που πάλεψε για ένα μάτσο ιδανικά (για ένα μάτσο δεκάρες πάλευαν πάντα οι Έλληνες μόνο που τις βάφτιζαν θρησκεία και ελληνικό πολιτισμό) που ποτέ δεν πεθαίνει. Άλλο που δυο αιώνες τώρα πάνω σ ένα φέρετρο κάνουμε παρέλαση.

Μέχρι τα τώρα, ξεκινώντας από την επανάσταση κατά των Τούρκων το 21 έχω φτάσει λίγο μετά την καταστροφή της Σμύρνης, διαβάζοντας όλα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο στον φτωχό μας τόπο. Και παρακάτω δεν ξέρω αν θέλω να συνεχίσω. Έχω ζαλιστεί τόσο πολύ και έχω ανακατευτεί  που δεν ξέρω αν αυτό που διαβάζω είναι ιστορία ενός τόπου ή ένα ανέκδοτο που έφτιαξαν οι Έλληνες για να γελάμε.

Σε αδρές γραμμές αυτό που έπαιζε σ αυτή τη γη ήταν το εξής. Είχαμε μαζευτεί εδώ κάθε καρυδιάς καρύδι. Και εθνολογικά και πολιτισμικά και θρησκευτικά και απ όλα. Με μια σημερινή ματιά ας πούμε ήταν εδώ Έλληνες, ΣΛάβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι, Άραβες, Αφρικανοί, Βαλκάνιοι όλων των ειδών, ότι μπορεί να φανταστεί ο νους! Λαός ελληνικός ήταν ό κοσμάκης που έσπερνε εδώ και θέριζε. Βέβαια είχαμε τους Τούρκους να κάνουν κουμάντο και μάλιστα σκληρό. Μέχρι τη μέρα που Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι αποφάσισαν να τους διώξουν. Τέρμα ο σουλτάνος είπαν, αρκετά έφαγε αυτός, τώρα θα φάμε εμείς, μπρος για τη λευτεριά. Και πώς έγινε?

Εμείς η Έλληνες είχαμε μια πόρωση. Γουστάραμε πόλεμο. Γουστάραμε βουνά, όπλα και μαγκιά. Για εκατό χρόνια από το 1821 που επαναστατήσαμε μέχρι 1923 που μας στείλαν σπιτάκι μας οι Τούρκοι για τα καλά, η ελληνική ιστορία βαφτίζεται στο νερό αυτής της πόρωση. Κάθε τρεις και λίγο οι Έλληνες, με τις ευλογίες των ξένων (οικονομικές ευλογίες) ξεκινάγαμε να πάμε να παίξουμε ξύλο με τους Τούρκους. Να ελευθερώσουμε κι άλλες περιοχές, να πάρουμε πίσω τα εδάφη μας κι ύστερα να πάρουμε και των αλλωνών τα εδάφη. Γιατί? Μήπως επειδή αγαπούσαμε την ιστορία μας, τον ελληνισμό, τον πολιτισμό μας? Ναι! Μόνο που εκείνα τα χρόνια, και ίσως και σήμερα, ιστορία ελληνισμός και πολιτισμός στον ελληνικό εγκέφαλο ταυτίζονται με μία λέξη… Μάσα.

Γινόντουσαν πολλοί πόλεμοι λοιπόν και όλοι για τη μάσα. Γινόντουσαν τόσοι πολλοί πόλεμοι, μάχες, τσακωμοί που δε τα χωράει το ανθρώπινο μυαλό. Ούτε και τα βιβλία του σχολείου φυσικά. Γιατί στα περισσότερα ανδραγαθήματά μας, να μασήσουμε πηγαίναμε και μέναμε με τη μασέλα στο χέρι. Και από πολιτικής πλευράς…

Απο πολιτικής πλευράς???? Εθνική Πολιτική???? ΜΑ ΤΙ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ. ΜΑ QUEL BORDEL. Δεν υπήρχαμε. Τα εθνικά μας συμφέροντα έπλεαν κατα κει που φύσαγε ο ξένος άνεμος. Αλλάξαμε τόσες πολλές κυβερνήσεις που έχω χάσει το μέτρημα πια. Κάθε άχρηστος, κάθε παρατρεχάμενος , κάθε ματσωμένος έφτιαχνε κυβέρνηση, έλεγε αυτό το νησί ή το άλλο νησί είναι δικό μου, εγώ θα κάνω κουμάντο, Καποδίστριας νοκ αουτ, Τρικούπης νοκ αουτ, κάθε άξιος νοκ αουτ. Δάνεια επί δανείων, συνθήκες που δεν τηρούνταν, δοσίλογες, ρουσφετολόγοι, κλέφτες του δημόσιου ταμείου, ένα μπάχαλο. Βασιλιάδες, ερχόντουσαν, φέυγανε, κι ύστερα έσκασε ο Βενιζέλος. Ο οποίος κράτησε αρκετά. Κράτησε πολύ. Πάνω ο Βενιζέλος, κάτω ο Βενιζέλος, ξανά πάνω, ξανά κάτω, πάμε πάλι, είχαμε εδώ πρωθυπουργό στην Αθήνα και πήγε ο Βενιζέλος και έγινε πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη (???!?!?!?!?!) και είχαμε δύο Ελλάδες… Σουρεάλ.

Και συναντούσες το λοιπόν τον μπάρμπα σου που έμενε Θεσσαλονίκη και του έλεγες, Μπάρμπα, πώς πάνε τα πράγματα στην πατρίδα σου? Και σκοτωνόντουσαν οι Έλληνες για όλα αυτά, από δω οι πάνω απο δω οι κάτω, μπαμ μπουμ με τα πιστόλια. Η πολιτική έγινε ποδόσφαιρο. Και έμεινε έτσι. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά…

Γουστάραμε πόλεμο, κάναμε πόλεμο. Αυτά είναι γνωστά. Πήγαμε στη Σμύρνη, την πήραμε, πήγαμε λίγο πιο μέσα, βρήκαμε κάτι χωριά τα πήραμε και μετά είπαμε να πάρουμε την Άγκυρα. Γιατί είμαστε μάγκες. Φτάσαμε σε ένα Τούρκικο ποτάμι με τα πολλά, το περάσαμε και είδαμε μπροστά μας έρημο. Ωχ μαλακία, είπαμε, έχει εδώ έρημο? Αυτό είπαμε. Δεν το πιστεύεις ε? Πίστεψέ το! Περάσαμε το ποτάμι ξανά πίσω και κάτσαμε εκεί να κοιτάμε την έρημο και να προσευχόμαστε στο μαρμαρωμένο βασιλιά να μας στείλει νερό. Αλλά αντί για το βασιλιά ήρθε ο Κεμάλ, ο πιο νταής των νταήδων, ο πιο ξύπνιος των ξύπνιων και τρεχάτε ποδαράκια μου! Μας έσφαξε και αφού είχαμε σφαχτεί μας ξανάσφαξε, έγινε το ποτάμι της Σμύρνης κόκκινο από το αίμα. Ναι ναι, είναι αυτή η ιστορία που μαθαίναμε στο σχολείο, που οι Έλληνες κάθοντας ήσυχα στη Σμύρνη και έφτιαχναν το φαγάκι τους και κένταγαν και ήταν πολύ καλοί και πήγαν ξαφνικά οι Τούρκοι οι βάρβαροι και τους σκότωσαν.

Η ιστορία μας είναι η ιστορία ένος αχταρμά ανθρώπων που βρέθηκαν να κολυμπούν με την πεινασμένη και αγράμματη κούτρα τους σε μια θάλασσα ευρωπαικών συγκυριών. Σε ένα παιχνίδι που το λόγο ποτέ δεν είχαν οι ίδιοι και σαν ιδέα είχαν την ιδέα των ξένων και των δημαγωγών. Αν έμεινε από όλο αυτό το πανηγύρι κάτι καλό είναι το ζύμωμα κι αν κάπου κάτι μας ενώνει είναι ίσως αυτό που λέει ο Ραφαηλίδης:

Αν είναι να νιώθω κάτι τότε θα πω πως είμαι πρώτα άνθρωπος, μετά Ευρωπαίος και μετά Έλληνας (αν υπάρχει κάτι σαν κι αυτό). Την ιστορία μου όμως δεν την αρνιέμαι κι ούτε θα την στολίσω κατά πως με βολεύει.

Ε ρε Βασίλη.

YΓ. Χαρούμενα Γενέθλια ρε Π. Ρε Π…  Που χωρίς εσένα αυτό το βιβλίο δε θα είχε γίνει ποτέ κτήμα των σκέψεων μου. Όπως τόσα άλλωστε…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s