Για μια τσάντα

Standard

Σήμερα το πρωί έπρεπε να πάω στη σχολή για να παρουσιάσω μια εργασία. Μαζί μου πήρα μια τσάντα στην οποία έβαλα τρία βιβλία που είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Πολυτεχνείου, ένα εκ των οποίων δυσεύρετο.

Όταν έφτασα στη σχολή και πήγαινα προς την αίθουσα που θα παρουσιάζαμε τις εργασίες κατάλαβα με τεράστια ταραχή ότι δεν είχα την τσάντα μαζί μου. Κατέληξα στο γεγονός ότι ή την πήρε η διπλανή μου στο λεωφορείο του Πολυτεχνείου, ή την ξέχασα εκεί.

Αγχώθηκα λίγο για το τι θα πω στη βιβλιοθήκη, για το αν αυτός που θα βρει την τσάντα θα επιστρέψει τα βιβλία, για το πόσο ακριβά ήταν τα βιβλία κτλ αλλά πήγα να παρουσιάσω την εργασία μου.

Είχα προγραμματίσει μετά την παρουσίαση να πάω να υποβάλλω σε ένα υπουργείο κάποια χαρτιά που είχα πάρει από την εφορία τα οποία είχα συγκεντρώσει με πολύ κόπο, παράβολα και άλλες ιστορίες και τα οποία μου είχαν κοστίσει περίπου 200 ευρώ.  Η προθεσμία να τα πάω ήταν σήμερα και ήταν για κάτι πολύ σημαντικό.

Και κάπου εκεί, λίγο πριν έρθει η σειρά μου να παρουσιάσω την εργασία μου μέσα στην αίθουσα αντιλήφθηκα κάτι ολιγον φρικιαστικο. Όλα αυτά τα χαρτιά και τα μαραφέτια τα είχα μέσα στην τσάντα.

Σηκώθηκα σαν το ζόμπι μπροστά στους καθηγητές μου και τους συμφοιτητές μου, θα πρέπει να έμειναν έκπληκτοι οι άνθρωποι και είπα, «ορίστε η εργασία μου εγώ πρέπει να φύγω». Ο καθηγητής μου ε ρώτησε τι συνέβη και όταν είπα την ιστορία μου είπε, μα γιατί ανησυχείς πάντα τόσο πολυ? Υπάρχουν πολύ σοβαρότερα πράγματα στη ζωή, αυτό ευτυχώς δεν είναι σοβαρό. Είχε τόσο δίκιο ο άνθρωπος αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια.

Κι ύστερα…. η εποποιία ενός κλάματος. Είχα να κλάψω έτσι….. Όχι απο στεναχώρια, από νέυρα και από ένα αίσθημα του αβοήθητου, ότι σε λίγο θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου. Πολύ κλάμα όμως. Με βλέπανε συμφοιτητές μου, στο δρόμο άνθρωποι, δεν σταματούσα με τίποτα. Λες και η τσάντα ήταν όλη μου η ζωή. Έλεγα ότι άμα βρω την τσάντα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος και άλλες τέτοιες παράνοιες, σαν τα μικρά παιδάκια που χάνουν τη ρόδα από το αυτοκινητάκι τους.

Πήρα τηλέφωνο τον φίλο μου τον Penny, για τριεκατομμυριοστή φορά σε αυτή τη ζωή όταν τα πράγματα είναι άσχημα, λες και θα μπορούσε με κάποιο μαγικό τρόπο να εμφανίσει την τσάντα. Πήρα τηλέφωνο στο 185, στην ΕΘΕΛ, στο γραφείο σταθμάρχη, στο σπίτι του σταθμάρχη, στο κινητό του σταθμάρχη, στα απωλεσθέντα, στον θείο μου που είναι διακοπές και είναι οδηγός στην ΕΘΕΛ, στη μαμά μου που είναι στη Ρουμανία διακοπές, σε μια φίλη μου που είχε χάσει σε καράβι μια τσάντα και σε κάθε συνομιλία έκλαιγα τόσο γοερά και με λυγμούς που μέχρι και ο πιο αργόσχολος γραφειοκράτης υπάλληλος της ΕΘΕΛ συγκινήθηκε. Με διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρω την τσάντα. Τα λεωφορεία αυτά έχουν μικρή διαδρομή, κάνουν τέρμα πολύ μακριά και ύστερα αλλάζουν αριθμό και πάνε αλλού. Είχε περάσει μιαμιση ώρα από τη ώρα που την έχασα.

Αποφάσισα να πάω στο αμαξοστάσιο και να βρω την τσάντα. Σταμάτησα το πρώτο 242 (γραμμή Πολυτεχνείου) που βρήκα μπροστά μου και έτρεξα στον οδηγό να του πω να με πάει στο αμαξοστάσιο επειδή έχασα μια τσάντα… Εννοείται ότι έκλαιγα σαν σειρήνα. Πριν ακόμα μιλήσω μου λέει ο οδηγός, μην κλαις παιδί μου, πάρε την τσάντα και πήγαινε να κάτσεις. (!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!)

Είχε βρεθεί! Ήταν μπλε, γυαλιστερή και απαλή. :)  Τις επόμενες τρεις ώρες στα ΜΜΜ τις πέρασα αγκαλιά με μια τσάντα. :) Παράνοια ε?

Και ήταν μόνο μια τσάντα. Και εγώ είμαι κορίτσι που έτσι κάνει πάντα,  όπως είπε ο αδερφός μου, όταν πήρα εκείνον τηλέφωνο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s