Monthly Archives: Αύγουστος 2016

Ένα ποίημα και το αυτί μου

Standard

6a8.png

Το αυτί μου έχει μια κατασκευαστική ιδιορρυθμία η οποία τα τελευταία δεκαπέντε και χρόνια μου προκαλούσε μια συνεχή, αδιάκοπη και ενοχλητική εμβοή. Την είχα συνηθίσει και με ενοχλούσε πια σπάνια τα βράδια. Για να λέω όλη την αλήθεια είχα σχεδόν ξεχάσει ότι την έχω και αμυδρά θυμόμουν πώς ήταν να μην την έχω.

Αλλαγή θέματος. Είναι λίγος καιρός που ξεκίνησα να ασχολούμαι με απαγγελίες ποιημάτων, ιστοριών και παραμυθιών, δηλαδή να προσπαθώ να απαγγείλω και να ακούω πώς απαγγέλω, να με διορθώνω κτλ. Πριν αποτολμήσω να διαβάσω δικές μου ιστορίες ξεκίνησα με άλλες αγαπημένες. Έτσι πριν λίγες βδομάδες διάβαζα κάποια ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη που ήταν πάντα ο αγαπημένος μου Έλληνας συγγραφέας. Έφτασα λοιπόν σε ένα ποίημα που δεν είχα ξαναδιαβάσει ποτέ με τίτλο: Ερωτικό κάλεσμα. Το αντιγράφω εδώ

Ἐρωτικό κάλεσμα

Ἔλα κοντά μου, δέν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τίς φωτιές τίς σβήνουν τά ποτάμια.
Τίς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τίς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δέν εἶμαι, δέν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δέν εἶμαι ἄνεμος.
Τούς ἄνεμους τούς κόβουν τά βουνά.
Τούς βουβαίνουν τά λιοπύρια.
Τούς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δέν εἶμαι, δέν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγώ δέν εἶμαι παρά ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητής
πού ἀκούμπησε στή ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τό τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νά τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Διάβασα αυτούς τους τελευταίους δύο στίχους.

ν᾿ ἀκούσει τό τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νά τ᾿ ἀκούσουμε μαζί

…και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η εμβοή στο αυτί μου σταμάτησε. Και δεν ξανάρχισε.

Αυτά δεν γίνονται πάντα. Αλλά καμιά φορά γίνονται. Period.

 

 

“Καμία από τις ιστορίες δεν είναι κάλπικες…

Standard

το χρήμα μόνο είναι κάλπικο”.-Κάλπικη Λίρα(1955)

Χθες μου έκαναν την πιο ωραία ερώτηση σε μια από τις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις Αγγλικές παμπ: Θυμάσαι τη ζωή σου πριν γνωρίσεις τον έρωτα;

Πόσο μου άρεσε αυτή η ερώτηση. Για να απαντήσω προσπάθησα να θυμηθώ με ακρίβεια πότε ήρθε η έννοια του έρωτα για πρώτη φορά στην ζωή μου και πώς να ήταν άραγε η τελευταία στιγμή ακριβώς πριν τη στιγμή που ήρθε. Μάταια όμως. Όσο κι αν προσπαθούσα να βρω αυτές τις στιγμές μέσα στους λαβυρίνθους της μνήμης μου δεν τα καταφέρα.

Τότε σαν αναλαμπή, η προσπάθεια μου έφερε στο φως μια μνήμη που την είχα ξεχάσει για τα καλά και αν δεν με ρωτούσαν αυτήν την ερώτηση δεν θα τη θυμόμουν ποτέ. Είναι αυτή:

Στα χρόνια του δημοτικού σχολείου ήθελα να γίνω ηθοποιός. Είχα τέτοια τρέλα που διάβαζα συνέχεια σε εφημερίδες και βιβλία για το θέατρο, για τις παραστάσεις, τα έργα, τις βιογραφίες των ελλήνων ηθοποιών και ό,τι άλλο σχετικό. Στηνόμουν με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση της γιαγιάς μου για να δω όλες τις ταινίες και τις σειρές, γκρίνιαζα συνέχεια στους γονείς μου για να με πηγαίνουν στο θέατρο και κοιμόμουν με τις κασέτες του τρίτου προγράμματος να παίζουν δίπλα στο κρεβάτι μου.

Γενικά οι μεγάλοι τότε με αντιμετώπιζαν σκωπτικά και δεν μου έδιναν πολλή σημασία, ε και όταν μου έδιναν με αποθάρρυναν από νωρίς νωρίς. Υπήρχε όμως μια θεία μου και δασκάλα μου που μου έδειχνε μεγάλη αδυναμία κι έτσι της εμπιστευτηκά ότι ήθελα πολύ να γίνω ηθοποιός. Εκείνη, χαμηλώνοντας τα μάτια για να κρύψει ένα πολύ ανήσυχο βλέμμα χαμογέλασε και μου είπε:

– Ηθοποιός είναι το πιο αρχαίο και το πιο ωραίο επάγγελμα. Ηθοποιός σημαίνει φως! Το έχουν χαλάσει όμως πολύ τώρα πια. Αλλά να γίνεις! Ποια είναι η αγάπημένη σου ηθοποιός; Σαν ποια θα ήθελες να γίνεις;
-Σαν την Έλλη Λαμπέτη.
-Α πολύ ωραία ηθοποιός!
-Αλλά εγώ θα είμαι ακόμη καλύτερη απ’ την Λαμπέτη!
-Αλήθεια;
-Ε μα φυσικά, γιατί δεν θα ερωτευτώ αυτόν τον βλάκα τον Χορν!!!

Μου χαμογέλασε γλυκά.

Death wishes

Standard

Δεν ξέρω ακριβώς γιατί γράφω αυτό το άρθρο, αν θέλω δηλαδή να στείλω κανένα μήνυμα, αλλά δεν πιστεύω πως είναι αυτός ο σκοπός. Ίσως να είναι ότι συναναστρέφομαι στο διδακτορικό όλους αυτούς τους ανθρώπους που ερευνούν τις αυτοκτονίες, τον θάνατο και τα συναφή. Πρωτόγνωρο. Δεν ξέρω ακριβώς λοιπόν…

Απλώς από παιδί μου φαινόταν πολύ αστείο όταν καταλάβαινα πως κάποιος ελπίζει ενδόμυχα στον θάνατο κάποιου άλλου. Δεν εννοώ εδώ το να επιθυμεί κάποιος συνειδητά το να πεθάνει κάποιος άλλος, όπως δηλαδή κάποιος που νιώθει οργή φαντάζεται τον θάνατο εκείνου με τον οποίο είναι οργισμένος ή ακόμη περισσότερο το να σχεδιάζει κάποιος να σκοτώσει κάποιον. Δεν αναφέρομαι καν στην συνειδητή ελπίδα που έχει λόγου χάρη ένας αιχμάλωτος στο να σκοτωθούν οι βασανιστές του και να το σκάσει. Το παράδειγμα αυτό μοιάζει με αυτό που θέλω να πω αλλά αναφέρομαι σε ενδόμυχες ελπίδες και σε πραγματικές καθημερινές καταστάσεις.

Όπως για παράδειγμα στις οικογένειες ή στους γάμους ή στους επαγγελματικούς χώρους κτλ. Είναι για παράδειγμα μία οικογένεια στην οποία όλα τα μέλη διακυρήττουν συνεχώς την αγάπη του το ένα προς το άλλο. Όμως είναι και αυτός ο παράξενος θείος που όλοι λένε πώς τον αγαπούν και μάλιστα πολύ βαθιά γι αυτό και δεν τους πειράζει καθόλου να ανέχονται τις παραξενιές του και να του κάνουν όλα τα χατήρια, στο κάτω κάτω είναι οικογένεια. Ύστερα αυτός αρρωσταίνει ξαφνικά και πολύ σοβαρά και εισάγεται στο νοσοκομείο. Ένας από τους συγγενείς που τον συνόδευε συναντά την υπόλοιπη οικογένεια για να ανακοινώσει τα νέα.

-Είναι πολύ σοβαρά, λέει.

-Τι έχει; ρωτούν όλοι μαζί. Και αν όχι στην φωνή όλων, στην φωνή πολλών διακρίνεται τότε αυτό το καμουφλαρισμένο «Τι έχει;» που έχει την ίδια χροιά με την χροιά που έχει η ίδια φράση όταν είσαι μικρός και σου φέρνουν ένα δώρο και στο λενε: Δέν θα φανταστείς τι έχει μέσα στην σακούλα!! Κι εσύ ρωτάς: Τι έχει?

Ή είχα γνωρίσει ένα ζευγάρι που αγαπιόντουσαν πολύ αλλά τα έφερε έτσι η ζωή που χωρίσανε και μάλιστα με έναν θυελλώδη χωρισμό με πολύ πόνο και συντριβή. Ήμουν με εκείνην ένα βράδυ και συζητούσαμε και μου έλεγε πόσο τον αγαπάει ακόμα όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν εκείνος. Φαινόταν ότι υπήρχε ένταση στη συνομιλία όταν εκείνος κάτι της είπε, εκείνη σταμάτησε για ένα λεπτό και του είπε τρομαγμένη:

-Πώς θα αυτοκτονήσεις; Έχεις κάποιο σχέδιο; (κατάλαβα πως της είπε ότι θέλει να αυτοκτονήσει και ότι του έκανε την κλασσική ερώτηση που ανιχνεύει την σοβαρότητα της αυτοκτονικότητας)

Εκείνος μάλλον της απάντησε κι εκείνη μτά από μια μικρή παύση του είπε θυμωμένη: Εντάξει, ηρέμησε τώρα σε παρακαλώ και θα σε πάρω αύριο να μιλήσουμε πιο ήρεμα αν θες. Και το έκλεισε.

Τι σου είπε; Την ρώτησα. Έχει σχέδιο;

Δεν ξέρω, είπε με αγωνία, μου είπε ότι είναι στο παράθυρο στον 10ο όροφο με τα πόδια απ’ έξω και θέλει να πέσει. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα πέσει.

Νιώθω πώς είναι τόσο αστείο εκείνη τη στιγμή, όχι η επιθυμία του θανάτου αυτή καθαυτή αλλά η προσπάθεια των ανθρώπων να την κρύψουν σαν μικρά παιδιά που έκαναν μια αταξία και προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από την κουρτίνα με τα ποδαράκια να προεξέχουν από κάτω. Και πέρα από το ενδιαφέρον που μου προκαλούσε αυτή η συμπεριφορά από μικρή την βρίσκω μαζί αστεία και λυπηρή. Όχι πάλι για το ότι υπάρχει η επιθυμία του θανάτου βέβαια. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι επιθυμία για πραγματικό θάνατο του άλλου. Είναι λυπηρό για το ότι οι άνθρωποι δεν μιλάνε (με), κρατάμε κρατάμε, κρατάμε την αναπνοή μας και τα λόγια μας, κρατάμε τα προσχήματα. Και ναι, μπορούν οι άνθρωποι να να καταπίνουν τα λόγια τους πριν καν γεννηθούν και να κρατήσουν τα προσχήματα για όλη τους τη ζωή . Κάποιοι φροντίζουν να τα κρατάνε ακόμα και στην κηδεία τους μέσα από το φέρετρο αλλά αυτό είναι άλλο ποστ.

 

 

Το πιο αστείο μου ήταν πάντα ότι όταν οι άνθρωποι συμπεριφέρονται έτσι είναι επειδή ξέρουν ή διαισθάνονται ότι ο θάνατος του αγαπημένου άλλου δεν θα προκύψει. Και δεν προκύπτει πότέ. Αυτός για τον οποίο η ευχή θανάτου αιωρείται στην ατμόσφαιρα χαίρει έπειτα άκρας υγείας και τα πράγματα συνεχίζουν έτσι. Μικρή χρησιμοποιούσα αυτά τα ερεθίσματα για να καταλαβαίνω πότε κάποιος λίγο ενοχλητικός στον περίγυρο είναι να πεθάνει πράγματι. Αστείο που γίνεται πάλι λυπηρό.