Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2016

Ενδόμυχα

Standard

Όταν ήρθα στην Αγγλία πριν ένα χρόνο πήγα μια βόλτα στο Λονδίνο, να ξαναδώ και να θυμηθώ την πόλη που είχα ξαναεπισκεφτεί πολλές φορές, μα τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο. Περπατώντας σταμάτησα σε ένα μεγάλο πεζόδρομο όπου ένας μουσικός δρόμου έπαιζε με την κιθάρα του και τραγουδούσε έχοντας μπροστά του την ανοιχτή θήκη της κιθάρας του για τα κέρματα των περαστικών. Γύρω του ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος που παρακολουθούσε με θαυμασμό την τέχνη του και εγώ έγινα γρήγορα μία από αυτούς.

Γοητευμένη από την μουσική του αλλά και συγκινημένη από την σκέψη της περιπλανώμενης τέχνης του θέλησα να συνδράμω οικονομικά όπως όλοι. Θες επειδή είχα πάρει τον πρώτο μου μισθό, θες επειδή μου άρεσε πολύ ο τρόπος που έπαιζε, θες επειδή ήταν η στιγμή πλησίασα, έσκυψα και έβαλα μέσα στην θήκη της κιθάρας του ένα χαρτονόμισμα των 10 λιρών, που ήταν το μεγαλύτερο ποσό που είχε δωθεί ανάμεσα στα κέρματα. Για να μην πάρει το χαρτονόμισμα ο αέρας πήρα τρεις τέσσερις λίρες που βρίσκονταν παραδίπλα και τις τοποθέτησα πάνω του. Όπως σήκωσα τα μάτια μου για να φύγω αντίκρυσα τα μάτια του μουσικού που κοίταξαν πρώτα το χαρτονόμισμα και μετά ίσια κατευθείαν στα δικά μου μάτια συνεχίζοντας να παίζει τον ρυθμό του. Δεν σταμάτησε να με κοιτάζει μέχρι που γύρισα και απομακρύνθηκα.

Στάθηκα πάλι ανάμεσα στον κόσμο και παρακολουθούσα. Ο μουσικός ολοκλήρωσε το κομμάτι του και μόλις τελείωσε άφησε κάτω την κιθάρα του, πήρε από κάτω ένα από αυτά τα πετάλια που αλλάζουν τον ήχο, το αποσύνδεσε και με πλησίασε.

Μπορείς να με βοηθήσεις λίγο? με ρωτησε.

Έπιασα αμήχανα το μαραφέτι και τον ακολούθησα. Μόλις φτάσαμε ξανά κοντά στο πόστο του πήρε το πετάλι από το χέρι μου και σκύβωντας το συνέδεσε πάλι σε κάτι καλώδια. Ύστερα πήρε το χαρτονόμισμα που είχα αφήσει μέσα στην θήκη της κιθάρας του πέρασε γύρω από το πόστο του, ήρθε κοντά μου και μου είπε:

Πάρε πίσω τα λεφτά σου. Και έριξε μέσα στην τσάντα μου διπλωμένο το χαρτονόμισμα.

Εγώ ένιωσα άσχημα και σκέφτηκα ότι τον προσέβαλα. Αλλά γιατί? Δεν ήξερα. Ντράπηκα και δεν είπα τίποτα αλλά τον κοίταξα με μια απορία.

Τότε με κοίταξε τελευταία φορά. Πάρτα. Είμαστε οικογένεια, είπε. Και γυρνώντας την πλάτη του, έπιασε την κιθάρα και ξανάρχισε να παίζει.

Δεν ασχολήθηκα. Αποφάσισα να το σκεφτώ πιο ήρεμα την ώρα του φαγητού και αν αποκρυπτογραφήσω τα μυστήρια λόγια του μουσικού. Έφυγα και περιπλανήθηκα για ώρα μέχρι που είδα μια πιτσαρία και μπήκα μέσα ενώ ειδοποίησα μια φίλη μου να έρθει για να φάμε. Παρήγγειλα μία πίτσα και έψαξα στην τσάντα μου το χαρτονόμισμα που ήταν πρόχειρο.

Βρήκα το χαρτάκι και το ξεδίπλωσα για να πληρώσω. Την ώρα που πήγαινα να το δώσω στον ταμία το κοίταξα. Κι αυτό με κοίταξα. Κι έμεινα να το κοιτάω και να το κοιτάω και να το κοιτάω. Ήταν το πρώτο δεκάλιρο που στην θέση του 1 είχε ένα 5.

Πλήρωσα με την κάρτα και έφυγα τρέχοντας προς τον πεζόδρομο του μουσικού. Τίποτα. Εκεί που ήταν πριν τώρα δεν υπήρχε κανείς. Μόνο άνθρωποι που έτρεχαν βιαστικά, περπατούσαν γρήγορα, πρόσωπα, σώματα, παλτά, πόδια, παπούτσια. Άνθρωποι ξένοι και ανάμεσα στους ξένους εγώ με το χαρτονόμισμα στο χέρι.

Γύρισα στην πιτσαρία όπου η φίλη μου είχε ήδη φτάσει και άρχισαμε να τρώμε την πίτσα που είχε ήδη ετοιμαστεί. Την άλλη μέρα γύρισα στο σπίτι μου. Το βράδυ μπήκα στο ebay και αγόρασα μια κιθάρα. Που κάποτε ήταν μπάντζο

a60c77741d6fd2bce93654f9699c7fe3

Advertisements

Ρίξε μια ζαριά καλή

Standard

Σήμερα το απόγευμα ένας φίλος εκεί που καθόμασταν μια παρέα άνοιξε το λαπτοπ με μια αριθμημένη λίστα με ρεμπέτικα και λαικά και μας είπε να παίξουμε τζουκμποξ. Δηλαδή θα λέγαμε όλοι έναν αριθμό από το ένα ως το 200 και θα έπαιζε το τραγούδι που ταίριαζε στον αριθμό στην λίστα. Ξεκίνησαν όλοι και έλεγαν έναν αριθμό και έπαιζε η φραγκοσυριανή, το ακρογιαλιές δειλινά, πέντε μαγκες στον περαια κτλ.

Ήρθε κι ώρα μου και είπα το 44 που είναι ο τυχερός μου αριθμός.

Η κατσικοχέρα στα αγγλικά καταλήξαμε πως είναι goathand woman.